Η ιστορία των 200 εκτελεσμένων της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944 αποκτά ξανά πρόσωπα και φωνές, με αφορμή τον εντοπισμό φωτογραφιών-ντοκουμέντων και τη συμφωνία για την απόκτησή τους από το ελληνικό κράτος.
Ανάμεσά τους βρίσκεται και ο Δημήτρης Κουριώτης, ένας από τους εκτελεσθέντες, του οποίου τη ζωή αφηγείται ο ανιψιός του, σκιαγραφώντας μια πορεία που ξεκινά από τη Μικρά Ασία και καταλήγει στον τοίχο του Σκοπευτηρίου.
Ο Δημήτρης Κουριώτης (1914-1944) γεννήθηκε σε οικογένεια Ελλήνων της Βιθυνίας, με καταγωγή από το Κουρί της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας. Η οικογένεια, εύπορη και αστική, διατηρούσε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη. Η ζωή τους ανατράπηκε οριστικά με τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Το 1922, μπροστά στην προέλαση των κεμαλικών δυνάμεων, η μητέρα του Ρεγγίνα άρπαξε τα δύο παιδιά της από την παραλία της Κίου και επιβιβάστηκε σε πλοίο που έφευγε για Θεσσαλονίκη. Ο μικρότερος αδελφός, όπως θυμόταν αργότερα, πρόλαβε να μπει στο καράβι φορώντας μόνο ένα παπούτσι.
Στη Θεσσαλονίκη βρήκαν προσωρινό καταφύγιο σε συγγενή φωτογράφο. Σύντομα όμως, ακολουθώντας τις κοινωνικές πρακτικές της εποχής, η χήρα μητέρα αναγκάστηκε να ξαναπαντρευτεί. Ο νέος σύζυγος δέχτηκε να πάρει μαζί της μόνο ένα από τα παιδιά. Έτσι ο μικρός Παναγιώτης έφυγε μαζί της στην επαρχία, ενώ ο Δημήτρης έμεινε πίσω με συγγενείς στη Θεσσαλονίκη – μια απόφαση που σημάδεψε την πορεία του.
Στη μεσοπολεμική πόλη ενηλικιώθηκε πολιτικά, σε μια περίοδο έντονων κοινωνικών και πολιτικών ζυμώσεων. Εντάχθηκε στο ΚΚΕ και ανέπτυξε ενεργή δράση. Μετά την επιβολή της δικτατορίας Μεταξά το 1936, το κόμμα τέθηκε εκτός νόμου και τα μέλη του διώχθηκαν.
Ο Δημήτρης Κουριώτης συνελήφθη το 1938 και φυλακίστηκε στην Ακροναυπλία σε ηλικία μόλις 24 ετών.
Από την περίοδο της κράτησής του σώζονταν επιστολές προς τη μητέρα του, οι οποίες όμως καταστράφηκαν αργότερα από φόβο πολιτικών διώξεων την εποχή της χούντας. Σύμφωνα με οικογενειακές αφηγήσεις, ο ίδιος αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση μετανοίας παρά τις πιέσεις, γράφοντας χαρακτηριστικά: «Μάνα, αν είναι να μου ζητήσεις και πάλι να υπογράψω, μην μου ξαναστείλεις».
Με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940, οι φυλακισμένοι κομμουνιστές ζήτησαν να πολεμήσουν στο μέτωπο, αίτημα που απορρίφθηκε. Παρέμειναν κρατούμενοι και τελικά παραδόθηκαν από το καθεστώς στις κατοχικές Αρχές.
Η οικογένεια του Δημήτρη Κουριώτη έχασε κάθε επαφή μαζί του μέχρι την Πρωτομαγιά του 1944, όταν εκτελέστηκε στην Καισαριανή. Ήταν 30 ετών και καταγράφεται ως ο αριθμός 84 στη λίστα των εκτελεσμένων.
Η προσωπική του ιστορία, όπως σημειώνει ο ανιψιός του, συμπυκνώνει τη διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς προσφύγων: από την ευημερία της οθωμανικής περιόδου στον ξεριζωμό, από την κοινωνική ένταξη στους πολιτικούς αγώνες, από τις φυλακίσεις στην εκτέλεση. Η περίπτωση των 200 της Καισαριανής θέτει ακόμη και σήμερα ερωτήματα για τη διαχείριση της ιστορικής μνήμης και την αναγνώριση της πολιτικής ταυτότητας των θυμάτων.
Η πρόσφατη ανάδειξη των φωτογραφιών-τεκμηρίων αναζωπυρώνει το ενδιαφέρον των νεότερων γενεών για την περίοδο της Κατοχής και της Αντίστασης. Για τους απογόνους, η δημοσιοποίηση και αξιοποίηση τέτοιων ντοκουμέντων δεν αποτελεί μόνο ιστορική πράξη, αλλά και μορφή δικαίωσης ανθρώπων των οποίων η ζωή κόπηκε βίαια, αφήνοντας πίσω τους μια σιωπηλή αλλά ισχυρή παρακαταθήκη μνήμης.
















