Σε μια ιστορική συγκυρία όπου η πολιτική διεκδίκηση, η προσφυγιά και η αγωνία για το μέλλον του ποντιακού ελληνισμού συνυπήρχαν, ο Τύπος δεν περιοριζόταν στην απλή καταγραφή των γεγονότων – έπαιρνε θέση, και μάλιστα σε ένα περιβάλλον που γινόταν ολοένα λιγότερο ευνοϊκό.
Με αυτόν το ρόλο εκδόθηκε το 1919 στο Βατούμ η εφημερίδα Ελεύθερος Πόντος, το επίσημο όργανο του Εθνικού Συμβουλίου του Πόντου.*
Η δισεβδομαδιαία εφημερίδα είχε έδρα την πόλη όπου βρισκόταν και το ίδιο το Συμβούλιο και εκδότη τον Θεοφύλακτο Κ. Θεοφυλάκτου. Ο γιατρός, λόγιος και ενεργός παράγοντας του ποντιακού κινήματος, αργότερα και διοικητής Θράκης, υπήρξε από τις μορφές που συνέδεσαν τον ποντιακό Τύπο με τη δημόσια παρέμβαση, ενώ μετά την Ανταλλαγή συνέχισε να γράφει σε ποντιακά έντυπα της Αθήνας και να δραστηριοποιείται στον συλλογικό βίο.
Τυπογραφική αυτονομία και σταθερή παρουσία
Αρχικά, ο Ελεύθερος Πόντος τυπωνόταν στο τυπογραφείο της εφημερίδας Αργοναύτης του Σταύρου Γαληνού. Πολύ σύντομα όμως, το Εθνικό Συμβούλιο του Πόντου προχώρησε στην αγορά του τυπογραφείου, δαπανώντας 50.000 ρούβλια, εξασφαλίζοντας έτσι την αυτονομία μιας έκδοσης που δεν προοριζόταν απλώς να ενημερώνει, αλλά να στηρίζει έμπρακτα το εθνικό ζήτημα.
Στο ίδιο τυπογραφείο τυπώνονταν και σχολικά βιβλία για τα ελληνικά σχολεία της περιοχής.
![]()
Κάθε φύλλο ήταν χωρισμένο σε τέσσερις στήλες. Τις δύο πρώτες καταλάμβανε σχεδόν πάντα το κύριο άρθρο, στην τρίτη φιλοξενούνταν το χρονογράφημα, το οποίο συχνά συνεχιζόταν στην τέταρτη ή περνούσε ως γύρισμα στη δεύτερη σελίδα.
Η εφημερίδα κυκλοφορούσε σταθερά κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, με ελάχιστες διακοπές, έως το οριστικό της κλείσιμο το 1920. Τελευταίος διευθυντής της, από τις 5 Αυγούστου 1920 και για λίγους μήνες, ήταν ο Σταύρος Τερζόπουλος.
Οι πρόσφυγες στο επίκεντρο
Στις σελίδες του Ελεύθερου Πόντου κυριαρχεί και το προσφυγικό ζήτημα, όχι ως… αφηρημένο πρόβλημα αλλά ως καθημερινή ανθρώπινη τραγωδία.
Χαρακτηριστικό είναι άρθρο που αναδημοσιεύει από μια γεωργιανή εφημερίδα, με τον εύγλωττο τίτλο «Λυπηθείτε τους Έλληνες πρόσφυγες», όπου η περιγραφή είναι ωμή: τα μάτια συνηθισμένα στη δυστυχία, τα σώματα σκελετωμένα, άνθρωποι που «δεν γελούν, δεν κλαίνε, μόνο αποθνήσκουν». Το ερώτημα τίθεται ανοιχτά: ποιος θα διασώσει τους δυστυχείς;

Η εφημερίδα δεν περιορίζεται στη διαπίστωση – απευθύνει έκκληση στην κοινωνία, και ιδιαιτέρως στα εύπορα στρώματα–, τονίζοντας ότι η ελληνική πλουτοκρατία οφείλει να φορολογήσει τον εαυτό της και να μην επιδείξει «πέτρινη καρδιά». Ο οβολός προς τους «λησμονημένους και εγκαταλελειμμένους Έλληνες πρόσφυγες» παρουσιάζεται όχι ως φιλανθρωπία, αλλά ως ηθική υποχρέωση.
Παράλληλα, τα δημοσιεύματα ασκούν πίεση στις Αρχές, υπογραμμίζοντας ότι μια δημοκρατία δεν μπορεί να αμελεί τα δεινά των προσφύγων και ότι απαιτείται επίσημο, σοβαρό και ουσιαστικό έργο περίθαλψης.
Σε ανοιχτή επιστολή προς τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Περιθάλψεως, ο λόγος γίνεται ακόμη πιο αιχμηρός: η φροντίδα των προσφύγων δεν μπορεί να παραμένει υπόθεση λόγων, αλλά πρέπει να αποδεικνύεται με πράξεις.
Ο Ελεύθερος Πόντος καταγράφει και τις πρακτικές δυσκολίες. Άρθρα αναφέρονται σε χιλιάδες πρόσφυγες που σιτίζονται, ενώ τα διαθέσιμα χρήματα δεν επαρκούν ούτε για τα στοιχειώδη, γεγονός που αναγκάζει την κοινότητα του Βατούμ να κινητοποιηθεί για να αποτραπεί η κατάρρευση της περίθαλψης.
Λογοκρισία και τέλος
Η έντονη αυτή δραστηριότητα δεν άργησε να προκαλέσει αντιδράσεις. Στις 4 Σεπτεμβρίου 1919, η εφημερίδα Εποχή του μετέπειτα εθνομάρτυρα Νίκου Καπετανίδη αναφέρει ότι η αστυνομία συγκέντρωσε τα τελευταία φύλλα του Ελεύθερου Πόντου και απαγόρευσε την περαιτέρω κυκλοφορία του στην πόλη. Η είδηση, λιτή αλλά αποκαλυπτική, δείχνει τα όρια μέσα στα οποία μπορούσε να κινηθεί ο Τύπος της εποχής.
Έναν χρόνο αργότερα, στις 26 Νοεμβρίου 1920, η ίδια εφημερίδα κατέγραψε το τέλος με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Άδοξο τέλος»: ο Ελεύθερος Πόντος έπαυσε να εκδίδεται. Η «ζωή» του υπήρξε σύντομη, αλλά το αποτύπωμά του πυκνό.

Σήμερα, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους καθώς και στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών υπάρχουν σωζόμενα φύλλα του Ελεύθερου Πόντου – είναι τεκμήρια ενός Τύπου που προσπάθησε να επηρεάσει τις εξελίξεις, να κινητοποιήσει κοινωνία και αρχές και να δώσει φωνή σε έναν πληθυσμό που βρισκόταν στο περιθώριο της Ιστορίας.
Μέσα από τις στήλες του, αποτυπώνεται όχι μόνο η αγωνία μιας εποχής, αλλά και η πεποίθηση ότι ο λόγος μπορεί να γίνει πράξη.
















