Στην ιστορική περιοχή της περιφέρειας Κρώμνης, κοντά στην Ίμερα της Αργυρούπολης του Πόντου, βρίσκεται μία από τις σημαντικές γυναικείες μονές του ελληνισμού: η Μονή του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου, γνωστή και ως Γήμερας Αγιάννες.
Αφιερωμένη στην αποτομή του Τιμίου Προδρόμου, αποτελούσε για δεκαετίες πνευματικό και κοινωνικό σημείο αναφοράς για τις ελληνικές κοινότητες της περιοχής.
Σύμφωνα με την παράδοση, η μονή ιδρύθηκε γύρω στο 1710 από τη μοναχή Παϊσία, αδελφή του μητροπολίτη Θεοδοσιουπόλεως Ιακώβου, μέλους της γνωστής οικογένειας Χρυσουλάντων. Πολύ γρήγορα συγκροτήθηκε μικρή αδελφότητα, με μοναχές από την Ίμερα και τη Μόχωρα, και η μονή άρχισε να αναπτύσσεται.

Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή της διαδραμάτισαν οι ευεργέτες της, κυρίως από την οικογένεια των Σαρασιτών. Ο αρχιμεταλλουργός Ιγνάτιος Σαρασίτης θεωρείται ουσιαστικά ο θεμελιωτής της μονής στη μορφή που έγινε γνωστή: χρηματοδότησε την εκ βάθρων ανοικοδόμηση του ναού και των κτισμάτων, έργο που υλοποίησε ο γιος του, Γεώργιος Σαρασίτης.
Το 1745 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του ναού, ενώ δύο χρόνια αργότερα συντάχθηκε ο πρώτος Κώδικας της μονής. Το 1780 καταγράφονται ήδη είκοσι μοναχές, ένδειξη της ακμής της.
Η μονή απέκτησε σταυροπηγιακό καθεστώς το 1808, ενώ στα μέσα του 19ου αιώνα γνώρισε νέα περίοδο ανάπτυξης. Το 1859, επί ηγουμένης Ρωξάνης, ανακαινίστηκε ο ναός, με σχετική επιγραφή να μαρτυρεί τη συμβολή των πιστών και της τοπικής κοινωνίας.
Πνευματικό κέντρο και τόπος αναφοράς
Πέρα από τον θρησκευτικό της ρόλο, η μονή λειτουργούσε και ως κέντρο γραμμάτων και αντιγραφής χειρογράφων, ενώ διέθετε αξιόλογη βιβλιοθήκη. Στα τέλη του 19ου αιώνα την επισκέφθηκαν λόγιοι και ερευνητές, όπως ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος Κεραμέας, ενώ νωρίτερα είχε εντοπιστεί εκεί χειρόγραφο της Παλαιάς Διαθήκης.
Το συγκρότημα είχε κυκλική διάταξη, με το ναό στο κέντρο και λιθόστρωτη αυλή, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα αριθμούσε δώδεκα μοναχές και περίπου είκοσι κτίσματα. Στο χώρο υπήρχε και πηγή, γεγονός που καθιστούσε τη μονή και τόπο θερινής παραμονής εύπορων οικογενειών από την Τραπεζούντα.
Η πορεία της μονής ανακόπηκε βίαια κατά τη Γενοκτονία των Ποντίων και την επακόλουθη ανταλλαγή των πληθυσμών. Οι μοναχές εγκατέλειψαν την περιοχή, μεταφέροντας μαζί τους σημαντικά κειμήλια.
Το μοναστήρι καταστράφηκε και εγκαταλείφθηκε, ενώ στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε ως στάβλος. Πλέον σώζονται μόνο ερείπια, που μαρτυρούν την άλλοτε ακμή του.
Η είδηση: Αποκατάσταση με… εκκρεμότητες
Σήμερα, το μοναστήρι της Ίμερας, που για τους Τούρκους βρίσκεται στο χωριό Ολουτζάκ (έτσι ονομάζεται πλέον η Ίμερα), επανέρχεται στο προσκήνιο με αφορμή τα λιμνάζοντα έργα αποκατάστασης.
Σύμφωνα με τουρκικά δημοσιεύματα, στο μοναστήρι πραγματοποιήθηκε μερική αναστήλωση πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, με δαπάνη 200.000 λιρών (σχεδόν 3.800 ευρώ). Οι παρεμβάσεις αφορούσαν τη στέγη, φθαρμένα τμήματα της τοιχοποιίας, έναν εσωτερικό κίονα και την κεντρική είσοδο.
Το μνημείο θεωρείται σημαντικό για τον θρησκευτικό τουρισμό της περιοχής του ανατολικού Εύξεινου Πόντου.
Ωστόσο, παρά τις αρχικές εξαγγελίες για πλήρη αποκατάσταση και ανάδειξη του περιβάλλοντος χώρου –συμπεριλαμβανομένων των τειχών και των βοηθητικών κτισμάτων–, τέσσερα χρόνια μετά δεν έχει υπάρξει ουσιαστική συνέχεια.


Τοπικοί παράγοντες επισημαίνουν ότι το μοναστήρι προσελκύει ήδη επισκέπτες, ακόμη και από την Ελλάδα και το Βέλγιο, απογόνους προσφύγων που επιστρέφουν στον τόπο καταγωγής τους. Παράλληλα, ζητούν να ολοκληρωθούν τα έργα, ώστε να αξιοποιηθεί πλήρως το μνημείο.
Η συνέχεια στην Ελλάδα
Παρά την καταστροφή του στον Πόντο, η πνευματική συνέχεια της μονής δεν χάθηκε. Σημαντικά κειμήλια –εικόνες, ιερά σκεύη, Ευαγγέλια και λείψανα– μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα.
Σήμερα, η παράδοση του Αγίου Ιωάννη Ίμερας συνεχίζεται στη Μονή Αγίας Παρασκευής Δομήρου-Ροδολίβους στις Σέρρες, όπου διασώζεται ένα μέρος της ιστορικής και θρησκευτικής του κληρονομιάς.

















