Όταν το καλοκαίρι του 1876 ο Βαυαρός γλωσσολόγος Μιχαήλ Δέφνερ πάτησε το πόδι του στο λιμάνι της Τραπεζούντας, στα χέρια του κρατούσε την επίσημη εντολή της Ακαδημίας του Βερολίνου για μια αποστολή υψίστης σημασίας: να αποτυπώσει τη ζωντανή ηχώ της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, όπως αυτή επιβίωνε στις απόκρημνες πλαγιές και στα χωριά του Πόντου.
Η κατάδυσή του στον γλωσσικό και λαογραφικό πλούτο της περιοχής έμελλε να αφήσει παρακαταθήκη μία από τις πιο συστηματικές αλλά και συζητημένες καταγραφές της ποντιακής διαλέκτου.

Από τη δωρική Τσακωνιά στην ποντιακή ντοπιολαλιά
Η ερευνητική αυτή εξόρμηση στον Εύξεινο Πόντο δεν ήταν τυχαία. Ο Δέφνερ είχε ήδη καθιερωθεί στο διεθνές επιστημονικό προσκήνιο χάρη στη συστηματική του ενασχόληση με την τσακώνικη διάλεκτο –τη μοναδική νεοελληνική διάλεκτο που κατάγεται απευθείας από την αρχαία δωρική. Περιηγούμενος για δεκαετίες στα χωριά της Αρκαδίας, ο Γερμανός φιλέλληνας κατέγραψε τον προφορικό λόγο των κατοίκων, συνέταξε τη γραμματική της τσακώνικης ντοπιολαλιάς και εξέδωσε το μνημειώδες Λεξικόν της Τσακωνικής Διαλέκτου, αποδεικνύοντας επιστημονικά τις δωρικές της ρίζες.
Με την ίδια επιστημονική αυστηρότητα προσέγγισε και τον ποντιακό ελληνισμό. Κατά την παραμονή του στην Τραπεζούντα, ήρθε σε άμεση επαφή με το ντόπιο στοιχείο, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην περιοχή του Όφεως. Με τη συνδρομή του προστατευόμενού του, του Τραπεζούντιου εκπαιδευτικού και λογίου Ιωάννη Παρχαρίδη, κατέγραψε τα ιδιαίτερα γλωσσικά και λαογραφικά χαρακτηριστικά της περιοχής.

Η μελέτη των Οφιτών και το αδημοσίευτο λεξικό
Ιδιαίτερη σημασία στην έρευνα του Δέφνερ είχε η μελέτη της διαλέκτου των ελληνόφωνων μουσουλμάνων του Όφεως, την οποία περιέγραψε αξιοποιώντας τις πληροφορίες του Παρχαρίδη. Ο Βαυαρός φιλέλληνας υπέδειξε ότι λόγω της γεωγραφικής και θρησκευτικής τους απομόνωσης, οι πληθυσμοί αυτοί είχαν διατηρήσει ιδιαίτερα αρχαιοπρεπή γλωσσικά στοιχεία.
Καρπός αυτής της προσπάθειας υπήρξε το «Λεξικόν της Τραπεζουντιακής Διαλέκτου», ένα εξαιρετικά σημαντικό έργο που, αν και παρέμεινε αδημοσίευτο, αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη για τη γλωσσολογική έρευνα.
Η επιστημονική κριτική για το ποντιακό απαρέμφατο
Παρά την προσφορά του, ο Δέφνερ δέχθηκε μεταγενέστερα έντονη κριτική για υπερβολικούς ισχυρισμούς σχετικά με τη διατήρηση του αρχαιοελληνικού απαρεμφάτου στις ποντιακές διαλέκτους του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.

Το 1977, ο Πόντιος γλωσσολόγος Δημήτριος Ε. Τομπαΐδης πραγματοποίησε έρευνα ανάμεσα σε Χριστιανούς Πόντιους πρόσφυγες στην Ελλάδα, αναζητώντας ίχνη του απαρεμφάτου. Στην έρευνά του βρήκε μόλις έναν πληροφορητή που το κατανοούσε –τον οποίο ο μελετητής Nick Nicholas εκτιμά πως ήταν ο ιστορικός Οδυσσέας Λαμψίδης, του οποίου η γνώση ενδέχεται να επηρεαζόταν από την ευρύτερη παιδεία του πάνω στις παλαιότερες μορφές της διαλέκτου. Οι υπόλοιποι ομιλητές χρησιμοποιούσαν τη συνήθη σύνταξη με υποτακτική, όπως στη νέα ελληνική.
Καθώς οι πρόσφυγες διατηρούσαν όλες τις άλλες ποντιακές δομές, ο Τομπαΐδης συμπέρανε ότι το απαρέμφατο είχε χαθεί πριν από την Ανταλλαγή Πληθυσμών, θεωρώντας τον Δέφνερ μη αξιόπιστη πηγή στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Ωστόσο, ενώ το απαρέμφατο φαίνεται να εξαφανίστηκε από τους Χριστιανούς Πόντιους, νεότερες έρευνες δείχνουν ότι διασώζεται σε πολύ περιορισμένη χρήση στους Μουσουλμάνους Ρωμιούς της Τουρκίας και στα ρωμαίικα, δικαιώνοντας εν μέρει την εστίαση που είχε κάνει ο Δέφνερ στην περιοχή του Όφεως.
Μια ζωή αφιερωμένη στον ελληνικό πολιτισμό
Γεννημένος στις 18 Σεπτεμβρίου του 1848 στο Ντοναουβέρτ της Βαυαρίας, ο Δέφνερ σπούδασε στο Μόναχο και τη Λειψία, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1871, έλαβε την ελληνική υπηκοότητα και υπηρέτησε επί δεκαετίες ως υποδιευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδας.
Ο Δέφνερ είναι επίτιμος δημότης του Λεωνιδίου στην Πελοπόννησο, ενώ προς τιμήν του έχει δοθεί το όνομά του σε δρόμο κοντά στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

















