Μόλις δεκατέσσερα σπίτια με στέγη απέμεναν στο Λυθρί όταν, το 1937, άρχισαν να επιστρέφουν οικογένειες μουσουλμάνων ανταλλάξιμων που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά τον ξεριζωμό τους από τη Μακεδονία. Την εικόνα καταγράφουν οι ερευνήτριες Έλα Τσιλ και Φατμά Νουρσέν Κουλ, σε μελέτη τους δημοσιευμένη το 2015. Πολλά από τα υπόλοιπα σπίτια είχαν απογυμνωθεί από τα υλικά τους.
Ήταν τα σπίτια που είχαν αφήσει πίσω τους οι Έλληνες του χωριού. Ανάμεσα στις δύο κοινότητες μεσολάβησαν διωγμοί και πόλεμος· για καθεμιά, η εγκατάλειψη του τόπου της έγινε οικογενειακή ιστορία.
Η τύχη των κτηρίων επιτρέπει να ακολουθήσουμε αυτή τη διαδρομή και μετά την αναχώρηση των ανθρώπων που τα έχτισαν.
Αφορμή για να την αναζητήσουμε δίνει η έκθεση «Δύσκολες Κληρονομιές: Ελλάδα I Κύπρος I Τουρκία», που άνοιξε τις πόρτες της την Πέμπτη στο Μέγαρο Εϋνάρδου, στην Αθήνα. Ανάμεσα στις ενότητές της βρίσκονται τα «Τοπία της Ανταλλαγής Πληθυσμών» του προγράμματος HOMEACROSS, το οποίο έχει δημιουργήσει και την ψηφιακή αφήγηση «Το Λυθρί της Μικράς Ασίας: Πριν και μετά την Ανταλλαγή Πληθυσμών».
Ένα χωριό που κοίταζε τη Χίο
Το Λυθρί, το σημερινό Ildırı, απλώνεται στον χώρο των αρχαίων Ερυθρών. Η νεότερη ελληνική κοινότητά του διαμορφώθηκε τον 19ο αιώνα: σύμφωνα με τις μαρτυρίες που αξιοποίησαν οι ερευνήτριες, από το 1821 άρχισαν να εγκαθίστανται εκεί Έλληνες από τη Χίο και την Κρήτη, ενώ ακολούθησαν άνθρωποι από τον Τσεσμέ και τα Αλάτσατα.
Η γεωργία συνδυάστηκε με το εμπόριο και τη ναυτιλία.
Αμπέλια, ελιές και άλλες καλλιέργειες τροφοδοτούσαν μια οικονομία που διέθετε μύλους, ελαιοτριβεία και καμίνια παραγωγής οικοδομικών υλικών. Το λιμάνι συνέδεε το χωριό με τη Χίο, τον Τσεσμέ και τη Σμύρνη. Σχολεία, εκκλησίες και καταστήματα συμπλήρωναν την εικόνα μιας κοινότητας με δραστηριότητες που ξεπερνούσαν την καλλιέργεια της γης.
Για να ανασυνθέσουν αυτόν τον κόσμο, οι Τσιλ και Κουλ Οζντεμίρ συνδύασαν τα ίχνη των κτηρίων με παλιούς χάρτες, περιηγητικές περιγραφές και τις αφηγήσεις πέντε Ελλήνων από το Λυθρί, που σώζονται στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών. Η σχετική μελέτη τους δημοσιεύθηκε το 2020 στο περιοδικό TÜBA-KED.
Ο ξεριζωμός ήρθε δύο φορές
Η ελληνική ζωή στο Λυθρί διακόπηκε πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το 1914, μέσα στο κύμα διωγμών στη δυτική Μικρά Ασία, οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό και να περάσουν στα απέναντι νησιά. Στα σπίτια τους εγκαταστάθηκαν μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τα Βαλκάνια.
Μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, το 1919, μέρος των Ελλήνων επέστρεψε.
Η επιστροφή αποδείχθηκε προσωρινή: το 1922 ακολούθησε ο οριστικός ξεριζωμός. Έτσι, όταν συμφωνήθηκε η υποχρεωτική Ανταλλαγή Πληθυσμών το 1923, οι Λυθριανοί είχαν ήδη ζήσει δύο αναχωρήσεις από τον τόπο τους.
Η συνέχεια του χωριού φωτίζεται από τις συνεντεύξεις των μεταγενέστερων κατοίκων και των απογόνων τους. Το ερευνητικό έργο του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Σμύρνης έφερε κοντά αυτές τις αφηγήσεις, τα αρχειακά στοιχεία και τη μελέτη του οικισμού. Οι μνήμες βοηθούν να εντοπιστούν κτήρια που χάθηκαν και να κατανοηθούν οι αλλαγές στη χρήση όσων διατηρήθηκαν.
Από την Καρατζάοβα στα άδεια σπίτια
Οι μουσουλμάνοι ανταλλάξιμοι που έφτασαν μετά το 1923 προέρχονταν κυρίως από την Καρατζάοβα της Μακεδονίας. Πέρασαν από το νησί Καραντίνα των Βουρλών και αρχικά εγκαταστάθηκαν σε άλλους οικισμούς της χερσονήσου, ανάμεσά τους η Κόστε, το σημερινό Dalyan, και τα Αλάτσατα.
Το Λυθρί τούς προσέφερε καλλιεργήσιμη γη και νερό, στοιχεία οικεία από τον τόπο που είχαν αφήσει. Η εγκατάστασή τους στα πρώην ελληνικά σπίτια άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του οικισμού.
Τέτοιες επανακατοικήσεις βρίσκονται στον πυρήνα του HOMEACROSS.
Με επικεφαλής την Καλλιόπη Αμυγδάλου, το πρόγραμμα μελετά στην Αττική και την περιοχή της Σμύρνης πώς οι πρόσφυγες επισκεύασαν, επέκτειναν και προσάρμοσαν κατοικίες, διαμορφώνοντας τους νέους τόπους εγκατάστασής τους.
Η ιστορία της στέγασης συνδέεται έτσι με την καθημερινή προσπάθεια να ξαναστηθεί ένα νοικοκυριό.
Η επιστροφή του 1937 και τα σπίτια χωρίς στέγη
Η νέα εγκατάσταση διακόπηκε το 1929. Σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσίευσαν οι Τσιλ και Κουλ στο περιοδικό Mimarlık το 2015, επιδημία ελονοσίας οδήγησε σε νέα αποχώρηση του μεγαλύτερου μέρους των κατοίκων.
Όταν άρχισαν να επιστρέφουν το 1937, είχαν αφαιρεθεί πόρτες, παράθυρα, κεραμίδια και ξύλινα δομικά στοιχεία.
Οι αφηγήσεις διαφέρουν ως προς τον τρόπο με τον οποίο αποσυναρμολογήθηκαν τα σπίτια. Συγκλίνουν όμως στην καταστροφή που αντίκρισαν οι οικογένειες και στα δεκατέσσερα κτήρια που μπορούσαν ακόμη να τις στεγάσουν. Υλικά από ερειπωμένα κτίσματα χρησιμοποιήθηκαν στη συνέχεια για να επισκευαστούν άλλα.
Αυτές οι επεμβάσεις εξηγούν γιατί η ιστορία ενός σπιτιού δεν διαβάζεται μόνο στην αρχική του μορφή. Μια επισκευή ή μια προσθήκη μπορεί να ανήκει στην προσπάθεια μιας επόμενης οικογένειας να κατοικήσει εκεί, ύστερα από τη δική της αναγκαστική μετακίνηση.
Η Αγία Ματρώνα έχασε τους πιστούς και τη στέγη της
Στο λόφο πάνω από το χωριό, η Αγία Ματρώνα διατηρεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ίχνη της ελληνικής κοινότητας.
Χτισμένη στα τέλη του 19ου αιώνα, έμεινε χωρίς εκκλησίασμα μετά τον ξεριζωμό. Η μελέτη τεσσάρων ερευνητών, που δημοσιεύθηκε το 2020 στο Art-Sanat, αναφέρει ότι το 1948 ανατινάχθηκε με δυναμίτη, με αποτέλεσμα να υποστεί εκτεταμένη καταστροφή.
Η εργασία καταγράφει την κατάσταση των σωζόμενων τοίχων και των υλικών του ναού, εξετάζει τους κινδύνους φθοράς και προτείνει τρόπους παρακολούθησης και προστασίας. Η καταγραφή της εκκλησίας ως μνημείου συνοδεύεται έτσι από ένα συγκεκριμένο ερώτημα συντήρησης: πώς μπορούν να διατηρηθούν όσα τμήματά της έχουν απομείνει.

Τα τούβλα που πέρασαν το Αιγαίο
Η διαδρομή των Λυθριανών έχει αφήσει και ένα ίχνος που είχε παρουσιάσει το pontosnews.gr: τις πλίνθους με μικρασιατικά τοπωνύμια, ανάμεσά τους «Ερυθραία» και «Λυθρί», στο Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού της Νέας Φιλαδέλφειας.
Στο ρεπορτάζ του 2023 καταγραφόταν η δωρεά του Συνδέσμου Μικρασιατών Κωνσταντινουπολιτών Χαλανδρίου «Ρίζες». Ο υπεύθυνος του Αρχείου του, Νίκος Καραμπουρνιώτης, είχε καταγράψει στις Οινούσσες τη μαρτυρία της Αγγέλας Χρήστου-Μαγγανά για την παραγωγή τούβλων και κεραμιδιών στη Λυθριανή Μικρασιατική Πλινθοποιία Κεραμοποιία των Κατσιάνου-Μαγγανά, στο νησί της Παναγιάς.
Το όνομα του χωριού βρέθηκε έτσι πάνω σε υλικά μιας νέας παραγωγικής δραστηριότητας στην Ελλάδα. Στη μία ακτή, τα σπίτια άλλαζαν χρήση και κατοίκους. Στην άλλη, οι ξεριζωμένοι μετέφεραν γνώσεις και δεξιότητες για να ξαναχτίσουν τη ζωή τους.

Οι Δύσκολες Κληρονομιές στην Αθήνα
Η έκθεση που οργανώνουν ΕΜΠ, ΕΛΙΑΜΕΠ και ΜΙΕΤ φέρνει στο προσκήνιο τόπους συνδεδεμένους με τη βία, τον εγκλεισμό και τον εκτοπισμό.
Τη γενική επιμέλεια έχουν η Καλλιόπη Αμυγδάλου και η Βάλια Γιαλιά. Η ενότητα του HOMEACROSS, σε επιμέλεια Αμυγδάλου, Γιαλιά και Νάσιας Αντωνάτου, συνδέει αυτή τη συζήτηση με το υλικό αποτύπωμα της Ανταλλαγής.
Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 28 Νοεμβρίου 2026, στο Μέγαρο Εϋνάρδου, Αγίου Κωνσταντίνου 20 και Μενάνδρου, κοντά στην Ομόνοια. Λειτουργεί Πέμπτη και Παρασκευή 12:00-19:00 και Σάββατο 11:00-15:00, με ελεύθερη είσοδο.

















