Η ελληνική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο προκαλεί το ερώτημα: Έχει η Αθήνα σχέδιο που μπορεί να παράγει αποτελέσματα ή περιμένει να διαμορφωθούν οι εξελίξεις από άλλους; Το ευτύχημα, προς το παρόν, είναι ότι το Ισραήλ βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την Τουρκία. Η ρήξη αυτή δημιουργεί ορισμένες προϋποθέσεις ευνοϊκές για την Ελλάδα και δυσκολεύει την Άγκυρα, χωρίς να εξασφαλίζει αυτομάτως οφέλη για την Αθήνα.
Μπορεί, όμως, μια χώρα να βασίζει την πολιτική της σε εξελίξεις που δεν ελέγχει;
Η διακοίνωση της Τρίπολης που τις τελευταίες ημέρες έλαβε δημοσιότητα, είχε σταλεί στις 24 Αυγούστου. Δημοσιεύματα την επανέφεραν στο προσκήνιο στα μέσα Οκτωβρίου, την ώρα που η Ελλάδα προωθεί έρευνες υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης. Η Λιβύη διαμαρτύρεται για τις έρευνες και προειδοποιεί ότι μπορεί να αναστείλει τις συνομιλίες για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Σύμφωνα με τα σχετικά δημοσιεύματα, η Αθήνα απάντησε διπλωματικά, απορρίπτοντας τις αιτιάσεις.
Γιατί η διακοίνωση δημοσιοποιήθηκε τώρα; Η χρονική σύμπτωση με τα ελληνικά ενεργειακά σχέδια μπορεί να δείχνει προσπάθεια της Τρίπολης να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση. Το γεγονός, πάντως, ότι η διακοίνωση ήταν γνωστή από τον Αύγουστο και ήρθε στη δημοσιότητα δύο μήνες αργότερα απαιτεί εξήγηση. Η συνέχιση των επαφών της Αθήνας με τη Λιβύη δείχνει ότι, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, δεν έχει υπάρξει οριστική ρήξη.
Ανοικτό παραμένει και το ζήτημα της Μονής Σινά. Η κυβερνητική ανακοίνωση του 2025 μιλούσε για προκαταρκτική κοινή κατανόηση με την Αίγυπτο, με στόχο να διασφαλιστούν ο θρησκευτικός χαρακτήρας της Μονής και η παραμονή των μοναχών. Ο πρωθυπουργός είχε πει ότι τον τελευταίο λόγο θα είχε η Σιναϊτική Αδελφότητα, χωρίς όμως να ανακοινώσει συγκεκριμένη ρύθμιση για την κυριότητα των ακινήτων.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, σχέδιο συμφωνίας θα αναγνώριζε την κυριότητα στο αιγυπτιακό Δημόσιο, παραχωρώντας στη Μονή διαρκή κατοχή και χρήση. Αν αυτό ισχύει και γίνει αποδεκτό, δεν πρόκειται για τεχνική λεπτομέρεια: Η Μονή θα διατηρεί τη θρησκευτική λειτουργία της, αλλά όχι κατ’ ανάγκην τον τίτλο ιδιοκτησίας. Αναφέρονται διαφωνίες μεταξύ των μοναχών και αναμενόμενη δικαστική εξέλιξη στις 24 Οκτωβρίου. Δεν έχει, ωστόσο, δημοσιοποιηθεί πλήρες υπογεγραμμένο κείμενο. Έχουν γίνει συνομιλίες μεταξύ Αθήνας και Καΐρου. Γιατί, λοιπόν, δεν δίνεται στη δημοσιότητα τι ακριβώς συζητείται;
Προβληματισμό προκαλεί σε όσους παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις και δημοσίευμα του ισραηλινού think tank BESA για το μέλλον του IMEC. Το κείμενο παρουσιάζει ένα σχήμα συνεργασίας Ινδίας, Ισραήλ και Ιταλίας, αποδίδοντας στην Ιταλία τον ρόλο της ευρωπαϊκής πύλης και στην Τεργέστη του φυσικού ευρωπαϊκού τερματικού σταθμού. Η Ελλάδα δεν αναφέρεται σε αυτό το σχήμα. Πρόκειται για πρόταση αναλυτών, όχι για διακρατική συμφωνία, αλλά διαφαίνονται διάφορες τάσεις και ανταγωνιστικά συμφέροντα.
Η αποτύπωση μιας συγκεκριμένης ιταλικής θέσης αναδεικνύει το κενό: Άλλοι διεκδικούν ρόλο και τον περιγράφουν, ενώ η Ελλάδα δεν έχει κατοχυρώσει αντίστοιχη θέση σε αυτό το ενδιαφέρον σχέδιο.
Η Ελλάδα μπορεί να προβάλλει πλεονεκτήματα για τη διαδρομή του IMEC βάζοντας στον χάρτη τη Θεσσαλονίκη και τα Βαλκάνια, αλλά στο αθηναϊκό κέντρο δεν διακρίνονται για τόσο ευρεία σκέψη.
Στο λιβυκό μέτωπο, τα συμφέροντα Ισραήλ και Τουρκίας συγκρούονται και γύρω από την τουρκική επιρροή στη Λιβύη. Δημοσιεύματα αναφέρουν ισραηλινές πιέσεις προς τον Σαντάμ Χαφτάρ για το τουρκολιβυκό μνημόνιο, χωρίς αυτό να συνιστά από μόνο του κοινή ελληνοϊσραηλινή στρατηγική.
Ο ανταγωνισμός Ισραήλ και Τουρκίας μπορεί σήμερα να ευνοεί την Αθήνα. Δεν είναι, όμως, ελληνική στρατηγική και δεν είναι μόνιμος. Αν τα συμφέροντά τους συγκλίνουν αύριο σε ένα ζήτημα, η Ελλάδα δεν μπορεί να βασίζεται στη μεταξύ τους αντιπαράθεση για να προστατεύσει τις θέσεις της. Χρειάζεται δική της πολιτική, συγκεκριμένες προτάσεις για ενεργειακούς και μεταφορικούς διαδρόμους και διαφάνεια στις συμφωνίες που αφορούν κρίσιμα εθνικά και εκκλησιαστικά ζητήματα. Αλλιώς, η αυτοσυγκράτηση κινδυνεύει να εκληφθεί ως απουσία –και οι εκκρεμότητες να γίνουν το νέο status quo.

















