Τη στρατιωτική της σύμπραξη με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν ενισχύει θεσμικά η Τουρκία, μετά την έγκριση της Συμφωνίας της Μέκκας από την Εθνοσυνέλευση.
Στον πυρήνα της βρίσκεται η πρόβλεψη ότι εξωτερική ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, δημιουργώντας νέες δεσμεύσεις σε μια περιοχή όπου διασταυρώνονται ανταγωνισμοί και αλληλοεπικαλυπτόμενες συμμαχίες.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον: η Σαουδική Αραβία αποτελεί στρατηγικό εταίρο της Αθήνας και φιλοξενεί την Ελληνική Δύναμη Σαουδικής Αραβίας (ΕΛΔΥΣΑ), με την πυροβολαρχία Patriot που συνεισφέρει στην αεράμυνά της.
Τώρα, το Ριάντ συνδέεται και με την Άγκυρα μέσω ενός πλαισίου κοινής άμυνας.
Τι προβλέπει η κοινή άμυνα
Με την κοινοβουλευτική έγκριση ολοκληρώνονται οι εσωτερικές διαδικασίες επικύρωσης και στις τρεις χώρες. Η συμφωνία θα τεθεί σε ισχύ μετά την κατάθεση των σχετικών εγγράφων επικύρωσης.
Η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής προβλέπει υποστήριξη προς τη χώρα που δέχεται επίθεση.
Ωστόσο, η μορφή και η έκταση της βοήθειας καθορίζονται κατόπιν διαβουλεύσεων και συμφωνίας, με βάση το συνταγματικό πλαίσιο και τις αποφάσεις των αρμόδιων αρχών κάθε κράτους. Η αποστολή τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων απαιτεί ξεχωριστή κοινοβουλευτική εξουσιοδότηση.
Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι ενδεχόμενη στρατιωτική υποστήριξη προς τη Σαουδική Αραβία θα έχει αμυντικό χαρακτήρα. Παράλληλα, η συνεργασία εκτείνεται στη συλλογική αποτροπή, στην ανταλλαγή πληροφοριών και στην αμυντική βιομηχανία, δίνοντας στο σχήμα ευρύτερο στρατηγικό περιεχόμενο.
Το ελληνικό αποτύπωμα στο Ριάντ
Η επικύρωση έρχεται ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη επαφές για την εμβάθυνση της ελληνοσαουδαραβικής αμυντικής συνεργασίας.
Στις 1 και 2 Νοεμβρίου, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ στρατηγός Δημήτριος Χούπης επισκέφθηκε τη Σαουδική Αραβία, συναντήθηκε με τον Σαουδάραβα ομόλογό του και επισκέφθηκε την ΕΛΔΥΣΑ στο Γιανμπού.
Επιπλέον, το ΥΠΕΘΑ ανακοίνωσε στις 4 Νοεμβρίου την άφιξη ελληνικού τεχνικού κλιμακίου στο Ριάντ, για την προγραμματισμένη σύσκεψη της επομένης στο πλαίσιο του Ανωτάτου Συμβουλίου Στρατηγικής Συνεργασίας Ελλάδας – Σαουδικής Αραβίας. Στην ατζέντα βρίσκονταν 19 πρωτοβουλίες στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας.
Είχε προηγηθεί, στις 15 Οκτωβρίου, η επίσκεψη του Νίκου Δένδια στο Ριάντ, όπου συζητήθηκαν η στρατηγική συνεργασία, η περιφερειακή ασφάλεια και η συνέχιση της παραμονής της ελληνικής πυροβολαρχίας Patriot.
Από γεωπολιτική σκοπιά, αυτή η παράλληλη δραστηριότητα αναδεικνύει τη σύνθετη ισορροπία που διαμορφώνεται: η Σαουδική Αραβία αναπτύσσει αμυντικές δεσμεύσεις με την Τουρκία, ενώ διατηρεί ενεργή στρατιωτική συνεργασία με την Ελλάδα.
Η Ελλάδα στην τουρκική συζήτηση
Ενδεικτικό της γεωπολιτικής ανάγνωσης της συμφωνίας είναι ότι η Ελλάδα αναφέρθηκε ρητά στην τουρκική κοινοβουλευτική συζήτηση. Ο βουλευτής του MHP Καμίλ Αϊντίν, υποστηρίζοντας τη συμφωνία, επικαλέστηκε τη συνεργασία Ελλάδας-Ισραήλ στην αεράμυνα, καθώς και την αμυντική συνεργασία Ισραήλ-Ινδίας.
Η αναφορά καταγράφει τον τρόπο με τον οποίο στελέχη της κυβερνητικής συμμαχίας εντάσσουν τη Συμφωνία της Μέκκας στον ευρύτερο ανταγωνισμό περιφερειακών συνεργασιών. Ο Χουλουσί Ακάρ, από την πλευρά του, την παρουσίασε ως συμπληρωματική προς τις υποχρεώσεις της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ.
Οι επιφυλάξεις στην Εθνοσυνέλευση επικεντρώθηκαν στον κίνδυνο εμπλοκής σε περιφερειακές συγκρούσεις και στον κοινοβουλευτικό έλεγχο. Ο βουλευτής του CHP Μεχμέτ Γκιουζελμανσούρ ζήτησε σαφείς εγγυήσεις, ενώ ο Μπουγρά Καβουντζού, του Καλού Κόμματος, υποστήριξε ότι η ισραηλινή απειλή πρέπει να αντιμετωπίζεται ως γεωπολιτική πραγματικότητα και όχι ως εργαλείο προπαγάνδας.
Ο βουλευτής του Νέου Κόμματος Γιουκσέλ Τασκίν χαρακτήρισε τη συμφωνία «αποτέλεσμα της αρχιτεκτονικής της Μέσης Ανατολής που επιθυμεί η συμμαχία Τραμπ-Νετανιάχου».

















