Από τα πλέον βασικά συστατικά της ποντιακής διατροφής, το ψωμί είχε διαχρονικά ιδιαίτερη θέση στο τραπέζι του σπιτιού. Στις αγροτικές περιοχές το παρασκεύαζαν οι ίδιες οι νοικοκυρές, ενώ στις αστικές, όπως στα Κοτύωρα π.χ., τη δουλειά την αναλάμβανε ο φούρνος της γειτονιάς.
Εκεί ακριβώς αναλάμβανε η φουρουντζάβα, δηλαδή η σύζυγος του φουρουντζή (του φούρναρη).
Όπως γράφει ο Ξενοφών Άκογλου στα Λαογραφικά Κοτυώρων: «Αρκετές οικογένειες πήγαιναν τα άλευρα στη φουρουντζάβα, που είχε και βοηθό, κι αναλάβαινε να τα ζυμώσει, να τα ψήσει και να παραδώσει έτοιμα ψωμιά. Για την απόδοση των αλεύρων δεν πολυσκοτίζονταν. Είχαν εμπιστοσύνη στις φουρνάρισσες, και στο Θεό που θα τις τιμωρούσε αν έκλεβαν: Αν κλέφτ’ η φουρουντζάβα, ο Θεός α κόφτ’ την ευλογίαν-ατ’ς και α πλεθύν’ τ’ εμέτερα. Ο Θεός κ’ η ψη-ατ’ς».

















