Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα αναδείξουν πρόεδρο. Θα κρίνουν όμως ποιος θα ελέγχει το Κογκρέσο στα δύο τελευταία χρόνια της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Και μαζί θα θέσουν το ερώτημα: δοκιμάζεται απλώς η εκλογική ισχύς ενός προέδρου ή τα ίδια τα όρια του τραμπισμού;
Οι Ρεπουμπλικάνοι υπερασπίζονται τις οριακές πλειοψηφίες τους στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία. Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών σε καθεμία. Δημοσκόπηση Reuters/Ipsos της 26ης Οκτωβρίου κατέγραψε αποδοχή του Τραμπ στο 32% και προβάδισμα των Δημοκρατικών με 47% έναντι 36% μεταξύ των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων. Το 73% εκτιμούσε ότι το κόστος ζωής εξελίσσεται προς λανθασμένη κατεύθυνση.
Οι τοπικές αναμετρήσεις, η συμμετοχή και η διαφορετική εκλογική γεωγραφία των δύο σωμάτων μπορούν να διαφοροποιήσουν την τελική εικόνα.
Η απώλεια της Βουλής θα αύξανε τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης. Η απώλεια και της Γερουσίας θα περιόριζε επιπλέον τις δυνατότητες διορισμών. Αντιθέτως, η διατήρηση των δύο πλειοψηφιών θα διευκόλυνε τη συνέχιση της κυβερνητικής ατζέντας.
Αλλά το ζήτημα είναι ευρύτερο από τις έδρες.
Ο τραμπισμός αναδείχθηκε ως ιδιαίτερη μορφή αμφισβήτησης των παραδοσιακών διαχειριστών της εξουσίας. Αμφισβήτησε την παγκοσμιοποίηση όπως εφαρμόστηκε, τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ, τη μεταναστευτική πολιτική, τις διεθνείς δεσμεύσεις και την αίσθηση ότι μεγάλα τμήματα της κοινωνίας έχασαν τη φωνή τους.
Έδωσε πολιτική έκφραση σε υπαρκτές κοινωνικές δυσαρέσκειες, ακόμη κι όταν οι ερμηνείες και οι λύσεις του προκάλεσαν έντονες αντιπαραθέσεις.
Υπάρχει ωστόσο μια θεμελιώδης αντίφαση. Όποιος διεκδικεί την εξουσία ως αντίπαλος του κατεστημένου, όταν κυβερνά γίνεται και ο ίδιος υπόλογος για τα αποτελέσματα. Η καταγγελία των ελίτ δεν αρκεί ως απάντηση στις τιμές, στους μισθούς, στην κοινωνική ανασφάλεια ή στις συνέπειες των διεθνών επιλογών.
Η διαμαρτυρία μετατρέπεται σε δοκιμασία διακυβέρνησης.
Μήπως λοιπόν ο τραμπισμός έφθασε στα όριά του;
Το ερώτημα αφορά τη συγκεκριμένη πολιτική εκδοχή της αμφισβήτησης, τον τραμπισμό δηλαδή, όχι την ανάγκη ελέγχου συστημάτων που πολλοί πολίτες θεωρούν αδιαφανή, άνισα ή διαβρωμένα από προνόμια.
Η δυσπιστία προς τους παραδοσιακούς διαχειριστές της εξουσίας δεν αποτελεί αποκλειστικότητα της αμερικανικής Δεξιάς. Εκδηλώνεται και σε προοδευτικά κινήματα, σε αιτήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, σε πρωτοβουλίες θεσμικής λογοδοσίας.
Δεν ακολουθούν όμως όλοι όσοι αμφισβητούν το κατεστημένο τον ίδιο δρόμο.
Άλλοι επιλέγουν τον εθνικισμό και την προσωποπαγή εξουσία. Άλλοι τη διεύρυνση της δημοκρατικής συμμετοχής, την κοινωνική αναδιανομή και τον έλεγχο των οικονομικών συμφερόντων. Μπορεί να ξεκινούν από παρόμοια δυσαρέσκεια, αλλά προτείνουν διαφορετικά, συχνά ασύμβατα πολιτικά σχέδια.
Οι εκλογές θα μετρήσουν τη δύναμη του Τραμπ στο Κογκρέσο. Δεν θα απαντήσουν οριστικά στο πρόβλημα που συνέβαλε στην ανάδειξή του: την κρίση εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και σε όσους κυβερνούν.
Ακόμη κι αν μια μορφή αμφισβήτησης εξαντλήσει τη δυναμική της, αυτό δεν σημαίνει ότι εξαντλήθηκαν και οι λόγοι που τη γέννησαν.

















