Την ώρα που η Ουκρανία ζητά περισσότερη προστασία από τις ρωσικές επιθέσεις, η Ουάσινγκτον περιορίζει την οικονομική πίεση στη Μόσχα. Μετά τη συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ, ο Ντόναλντ Τραμπ ανέστειλε την εφαρμογή νέων κυρώσεων, ενισχύοντας τους φόβους του Κιέβου ότι η προσέγγιση με τον Βλαντίμιρ Πούτιν γίνεται σε βάρος του.
Η κριτική φτάνει μέχρι το αμερικανικό Κογκρέσο: δώδεκα γερουσιαστές, έξι από κάθε κόμμα, έχουν χαρακτηρίσει τη συμφωνία για το ντίζελ «προδοσία» του ουκρανικού λαού, υποστηρίζοντας ότι προσφέρει στη Ρωσία πρόσθετους πόρους για τη συνέχιση του πολέμου.
Υπέγραψε τις κυρώσεις και μετά τις πάγωσε
Το εκτελεστικό διάταγμα της 16ης Οκτωβρίου αναστέλλει την εφαρμογή βασικών κυρώσεων, περιορισμών και δασμών του νόμου Γκράχαμ, τον οποίο ο ίδιος ο Τραμπ είχε υπογράψει στις 18 Σεπτεμβρίου.
Στα μέτρα περιλαμβάνονταν επιβαρύνσεις για χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος επικαλείται το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ, αξιοποιώντας δυνατότητα εξαίρεσης που προβλέπει ο νόμος. Το διάταγμα διατηρεί τις εξαιρέσεις μέχρι να αποφασιστεί διαφορετικά από την αμερικανική ηγεσία. Οι προϋπάρχουσες κυρώσεις που καλύπτει η σχετική διευκρίνισή του παραμένουν σε ισχύ.
Είχε προηγηθεί, στις 9 Οκτωβρίου, η έκδοση ειδικής άδειας του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών για συναλλαγές που αφορούν την πώληση, παράδοση και εισαγωγή ρωσικού ντίζελ – η πρακτική εφαρμογή του ενεργειακού ανοίγματος προς τη Μόσχα.
«Δώρο στον αντίπαλό μας»
Στην επιστολή τους προς τον Τραμπ, στις 13 Οκτωβρίου, οι δώδεκα γερουσιαστές ζήτησαν την ακύρωση της συμφωνίας και την ενεργοποίηση των νέων κυρώσεων.
Μεταξύ των Ρεπουμπλικανών που υπογράφουν βρίσκονται ο Μιτς Μακόνελ, η Σούζαν Κόλινς και η Λίζα Μερκάουσκι. Η προειδοποίησή τους είναι σαφής: τα έσοδα από τις εξαγωγές μπορούν να χρηματοδοτήσουν τη ρωσική πολεμική μηχανή, ενώ το όφελος για τους Αμερικανούς καταναλωτές θα είναι περιορισμένο.
«Αυτή η συμφωνία είναι δώρο στον αντίπαλό μας και προδοσία των συμμάχων μας», αναφέρουν.
Η αντίθεση αποτυπώνει το πολιτικό διακύβευμα: η αμερικανική κυβέρνηση προτάσσει τη μείωση των τιμών των καυσίμων, ενώ επικριτές της εκτιμούν ότι το τίμημα θα το πληρώσει η Ουκρανία.
Σε ανάλυση που δημοσιεύει το Council on Foreign Relations, ερευνητές συνδέουν τη στροφή με την πίεση του ενεργειακού κόστους ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου. Παράλληλα, αμφισβητούν ότι οι προβλεπόμενες ποσότητες ντίζελ μπορούν να μειώσουν αισθητά τις τιμές στο διάστημα μέχρι τις κάλπες.
Ζελένσκι: Το ντίζελ είναι μόνο η αρχή
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι εκτίμησε ότι η χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων θα συνεχιστεί. «Δυστυχώς, η άρση των κυρώσεων θα συνεχιστεί. Νομίζω ότι η συμφωνία για το ντίζελ είναι μόνο το πρώτο βήμα» δήλωσε σήμερα, έχοντας προηγουμένως κατηγορήσει την Ουάσινγκτον ότι με την απόφασή της ανταμείβει και ενθαρρύνει τον Πούτιν.
Την ίδια ώρα ζήτησε πρόσθετη ενίσχυση της ουκρανικής αεράμυνας, προειδοποιώντας για πιθανή κλιμάκωση των επιθέσεων και στη δυτική Ουκρανία.
Το ρήγμα έχει και στρατιωτική διάσταση.
Σύμφωνα με το Reuters, που επικαλείται δύο Αμερικανούς και έναν Δυτικό αξιωματούχο, διαταραχή στη στρατιωτική δορυφορική υπηρεσία Starshield προκλήθηκε έπειτα από εντολή που προήλθε από τον Λευκό Οίκο. Η υπηρεσία έχει αποκατασταθεί μερικώς.
Ο Τραμπ, πάντως, δηλώνει ότι η ανταλλαγή πληροφοριών με το Κίεβο συνεχίζεται.
Η Ευρώπη ζητά πίεση στη Μόσχα
Η απόκλιση από την ευρωπαϊκή γραμμή καταγράφηκε και στη Σύνοδο Κορυφής.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες εξέφρασαν τη λύπη τους για την προσωρινή άρση των αμερικανικών κυρώσεων στο ρωσικό ντίζελ, ζητώντας περισσότερα μέτρα για τον περιορισμό των ενεργειακών εσόδων της Ρωσίας.
Παρά την αντιπαράθεση, ο Ζελένσκι αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνάντησης Ουκρανών και Αμερικανών διαπραγματευτών την επόμενη εβδομάδα. Για την ουκρανική πλευρά όμως, το ερώτημα γίνεται πλέον οξύτερο, καθώς οι επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές, τα κατεστραμμένα σπίτια και το δυσβάστακτο κόστος θέρμανσης απειλούν να ανατρέψουν την επιστροφή εκατομμυρίων Ουκρανών.

















