Ο άνθρωπος που παίρνει το δρόμο της ξενιτιάς και ο νέος που αφήνει την αγαπημένη του για να πάει στον στρατό έχουν κάτι κοινό στα ποντιακά τραγούδια: λίγο πριν από τον αποχωρισμό, λένε αχπάσκουμαι.
Το ρήμα σημαίνει ξεκινώ, αναχωρώ, φεύγω.
Την απόδοση ξεκινώ δίνει και το Ιστορικόν λεξικόν της ποντικής διαλέκτου του Άνθιμου Α. Παπαδόπουλου. Στο Ηλεκτρονικό Λεξικό της Ποντιακής, με πηγή το λεξικό του Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη), καταγράφεται με τις σημασίες ξεκινώ, αποχωρώ, απομακρύνομαι.
Η λέξη ακούγεται σε μια παλιά ηχογράφηση με την Αντιγόνη Καγκελίδου και τον Παντελή Σεβαστίδη, που καταγράφεται στη δισκογραφία του 1961. Το παραδοσιακό τραγούδι αρχίζει:
Σην ξενιτειάν αχπάσκουμαι,
εγώ, καρίπ’ς και ξένος.
Ο αφηγητής φεύγει για τα ξένα με το βάρος της μοναξιάς. Στη συνέχεια του τραγουδιού καταριέται εκείνον που άνοιξε τον δρόμο της ξενιτιάς και ζητά παρηγοριά από τα βουνά και τα δέντρα. Το «αχπάσκουμαι» δηλώνει την αναχώρηση· οι υπόλοιποι στίχοι φανερώνουν πόσο δύσκολη είναι.
Σε μια άλλη ηχογράφηση, από το άλμπουμ Ποντιακό πανηγύρι Νο1 του 1975, ο Χρήστος Παπαδόπουλος τραγουδά, σε στίχους δικούς του και μουσική του Σωτήρη Πρίτση:
Αχπάσκουμαι και σο στρατόν
την κάλη μου θ’ αφήνω.
Εδώ ο προορισμός είναι ο στρατός και ο αποχωρισμός αφορά την αγαπημένη. Ένα τελευταίο ποτήρι στην υγεία της, οι φίλοι που θα τον ξεπροβοδίσουν, η ευχή και το μαντίλι που της ζητά να κουνήσει από το παράθυρο συνθέτουν τη σκηνή της αναχώρησης.
Όσο για τον τύπο εχπάστα, αν τον συναντήσετε, είναι ο αόριστος του ίδιου ρήματος: ξεκίνησα, έφυγα.

















