Ως παιδί, ο Σουάτ Τουράν μάζευε φουντούκια, φύλαγε αγελάδες και έπαιζε ανάμεσα σε παλιά κτήρια στη Λιβερά της Ματσούκας. Αγνοούσε ποιοι τα είχαν χτίσει και γιατί είχαν μείνει άδεια. Χρόνια αργότερα, η ιστορία των Ελλήνων κατοίκων άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε τα γνώριμα μέρη.
Τη διαδρομή αυτή περιγράφει σε άρθρο του στο Pontos Gerçeği, δημοσιευμένο στις 8 Οκτωβρίου.
Είχε φύγει από τη Λιβερά τεσσάρων χρονών, αλλά επέστρεφε κάθε καλοκαίρι. Δημοσιογράφος και μουσικός, ζει στην Αλιάγα από το 1973 και, σύμφωνα με το βιογραφικό του, συμμετέχει στην τοπική διοίκηση του DEM Parti.
«Όταν ήμουν παιδί, δεν ήξερα τι αφηγούνταν οι παλιοί τοίχοι, οι πέτρες και τα ερείπια», γράφει.
Τα παιδιά που έπαιζαν πριν από εκείνον
Καθοριστική ήταν, όπως εξηγεί ο Τουράν, η σκέψη ότι στα ίδια μέρη είχαν παίξει πριν από εκείνον άλλα παιδιά. Είχαν τρέξει, γελάσει, φοβηθεί, πέσει και ξανασηκωθεί. Ανάμεσα στα δικά τους παιχνίδια και στα δικά του είχαν μεσολαβήσει πόλεμοι, διωγμοί και η Ανταλλαγή.
Από εκεί προκύπτει ένα δύσκολο ερώτημα: σε ποιον ανήκει ένα σπίτι;
Για τον Τουράν, η απάντηση δεν εξαντλείται στον τίτλο ιδιοκτησίας. Η ιστορία αναζητεί ποιος έχτισε τους τοίχους, ποιος γεννήθηκε εκεί, ποιος μεγάλωσε παιδιά, ποιος καλλιέργησε τη γη και ποιος εγκαταστάθηκε αργότερα στον ίδιο χώρο. Ένα σπίτι μπορεί να παραμένει όρθιο, ενώ η οικογένεια που το κατοικούσε απουσιάζει.
Γι’ αυτό επιμένει ότι οι Έλληνες της Λιβεράς χρειάζεται να γίνουν ορατοί ως άνθρωποι με οικογένειες, γείτονες, χαρές και προσδοκίες. Υπογραμμίζει επίσης ότι η λέξη μετανάστευση δεν αρκεί για να περιγράψει την απομάκρυνσή τους: πολλοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους.
«Τα μέρη των παιδικών μου χρόνων δεν είχαν αλλάξει· είχε αλλάξει η δική μου ματιά», γράφει.
Μια τουρκόφωνη πλατφόρμα για την ποντιακή μνήμη
Το Pontos Gerçeği, η ονομασία του οποίου αποδίδεται ως «Η αλήθεια για τον Πόντο», είναι τουρκόφωνη θεματική ιστοσελίδα με άρθρα για την ιστορία, τον πολιτισμό και τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Στην αρθρογραφία της έχει έντονη παρουσία ο συγγραφέας και ακτιβιστής Ταμέρ Τσιλινγκίρ, γνωστός και στους αναγνώστες του pontosnews.gr από τη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει για την καταγωγή του και τον αγώνα του υπέρ της αναγνώρισης της Γενοκτονίας.
Η ιστοσελίδα φιλοξενεί παρεμβάσεις που αμφισβητούν την επίσημη τουρκική ιστορική αφήγηση και θέτουν στο επίκεντρο τους ανθρώπους που εκδιώχθηκαν, τις γλώσσες που χάθηκαν και τα ίχνη που παραμένουν. Σε πρόσφατο κείμενό του, ο Τσιλινγκίρ συνδέει ακριβώς αυτή την αναγνώριση του ποντιακού παρελθόντος με τη δημοκρατική συνείδηση της σημερινής κοινωνίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αφήγηση του Τουράν αποκτά και δημόσια σημασία: η αναζήτηση της ιστορίας ενός χωριού ανοίγει τη συζήτηση για το ποιοι χωρούν στη μνήμη του τόπου.
Η Λιβερά πριν από τον ξεριζωμό
Η Λιβερά υπήρξε έδρα της Μητρόπολης Ροδοπόλεως και σημαντικό κέντρο της ελληνικής ζωής στη Ματσούκα. Στην περιγραφή του Ιορδάνη Ελευθεριάδη, που δημοσιεύτηκε στην Ποντιακή Εστία, το μητροπολιτικό μέγαρο και η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου βρίσκονταν στο κέντρο της κοινότητας. Η πλατεία είχε καταστήματα και καφενεία, ενώ το σχολείο πλαισιωνόταν από αγρούς και κήπους.
Η εικόνα συμπληρώνεται από περιβόλια, πηγές, μύλους και τους τόπους όπου ανέβαιναν οι κτηνοτρόφοι με τα ζώα τους. Μια ολόκληρη καθημερινότητα συνδεόταν με τα σπίτια και τα μονοπάτια του χωριού.
Η βία που διέλυσε αυτή τη ζωή έφτασε μέχρι τη βρετανική Βουλή. Στις 31 Μαΐου 1922, ο βουλευτής Τ. Π. Ο’Κόνορ έθεσε ερώτηση για καταγγελίες που περιλαμβάνονταν σε τηλεγράφημα του Οικουμενικού Πατριάρχη Μελετίου. Ανάμεσά τους ήταν η επίθεση στη Λιβερά, η φυλάκιση κατοίκων, η σύλληψη του μητροπολίτη Κυρίλλου και ο αποκεφαλισμός επτά χριστιανών.
Απαντώντας, ο εκπρόσωπος του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών δήλωσε ότι η κυβέρνηση διέθετε ανεξάρτητη μαρτυρία για ωμότητες σε βάρος των Ελλήνων στην ευρύτερη περιοχή της Τραπεζούντας. Διατήρησε επιφύλαξη για τις επιμέρους αναφορές, ενώ εκκρεμούσε η αποστολή διεθνούς επιτροπής έρευνας. Τα πρακτικά διασώζουν τις καταγγελίες και την αντίδραση της βρετανικής κυβέρνησης εκείνη τη στιγμή.
Οι άνθρωποι που ήρθαν μετά
Η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923 ολοκλήρωσε την απομάκρυνση των ορθόδοξων κοινοτήτων από την περιοχή. Λίγα χρόνια αργότερα, η Ματσούκα έγινε τόπος εγκατάστασης άλλων ξεριζωμένων: μετά τις καταστροφικές πλημμύρες του 1929, άστεγοι από περιοχές του Όφι και των Σουρμένων μεταφέρθηκαν σε χωριά που είχαν αδειάσει από τους χριστιανούς κατοίκους τους. Η ιστορία του τόπου απέκτησε νέες οικογένειες και νέες μνήμες.
Στην αφήγηση του Τουράν, η αναγνώριση των Ελλήνων που εκδιώχθηκαν συνυπάρχει με το σεβασμό στους ανθρώπους που ζουν σήμερα στη Λιβερά. Η δική του παιδική μνήμη χωρά πλέον και τις ζωές που προηγήθηκαν.

















