Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού».
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
Προοίμιο Ι
Αφού εγκαταλείψατε κάθε του κόσμου στράτευμα,
προσκολληθήκατε όλοι στον Δέσποτα που βρίσκεται ψηλά στα επουράνια,
εσείς σαράντα μάρτυρες, Κυρίου αθλοφόροι·
γιατί, περνώντας μες απ’ τη φωτιά και το νερό συνάμα, πανάξια μακάριοι λάβατε ως βραβείο
δόξα από τους ουρανούς και πλήθος τα στεφάνια.
Προοίμιο ΙΙ
Χαίρε της δόξας στράτευμα του μέγα Βασιλέως,
χαίρετε, της ευσέβειας ολόλαμπρα αστέρια·
της εκκλησίας, χαίρετε, ακλόνητοι φρουροί·
των βασιλιάδων, χαίρετε, καύχημα και καμάρι· της πολιτείας, χαίρετε, καστρόπυργοι, προστάτες· σεις οι σαράντα αθλητές,
τη μέρα αυτή της μνήμης σας, τη μέρα της γιορτής σας, ελάτε, σπλαχνισθείτε μας!
Οίκοι
α’. Σ’ Εκείνον που σε θρόνο κάθεται απλησίαστο, κει που δεν έχει πιο ψηλά κάτι να τον σκεπάζει,
σ’ Εκείνον που κρατάει το φως της μέρας και τ’ απλώνει λες κι είναι παραπέτασμα,
σ’ Εκείνον που στερέωσε τη γη και τα νερά τα μάζεψε και βρίσκονται σε λίμνες και σε θάλασσες ωραία συναγμένα,
σ’ Εκείνον που τα πάντα τα έφτιαξε απ’ το τίποτα και τα έκανε να υπάρχουν
και σ’ όλους χορηγεί ζωή, πνοή και ανασαίνουν,
σ’ Εκείνον που προσδέχεται τους ύμνους που αναπέμπουν στη χάρη Του οι Αρχάγγελοι
κι οι Άγγελοι Τον προσκυνούν
κι όλοι Τον ανυμνούνε,
στον Παντοκράτορα Χριστό, τον Πλάστη και Θεό μας,
προσπέφτω ο ανάξιος και φέρνω μπρος στα πόδια Του τώρα τη δέησή μου.
Να με φωτίσει του ζητώ, ώστε να βρω τα λόγια, να κατορθώσω αν γίνεται κι εγώ να ανυμνήσω μ’ εκείνην την ευσέβεια που πρέπει
τους αγίους, που ανέδειξε ως νικητές ο Ίδιος
και τους δώρισε τα έπαθλα της νίκης:
δόξα από τους ουρανούς και πλήθος τα στεφάνια.
β’. Τι εγκώμιο να τους κάνεις; Που ό,τι παίνεμα κι αν πεις, ασύγκριτα
ψηλότερα στέκονται οι αθλοφόροι μ’ όλη την πανσοφία τους.
Ετούτοι παρατάχθηκαν απέναντι στο Σατανά ‒σώμα με σώμα η μάχη‒ και χτύπησαν συντριπτικά το θράσος των ειδώλων.
Ετούτοι γκρέμισαν στη γη το σέβας που όλοι είχανε σε πράγματα ασεβή,
ετούτοι αναδείχτηκαν κήρυκες της ευσέβειας, σαν βράχοι στερεοί.
Ετούτοι γίναν δάσκαλοι· την πίστη μας διδάσκουν, ορθά και με ακρίβεια, σε όσους αμφιβάλλουν.
Ετούτοι, όσους ασθενούν, αδιάκοπα γιατρεύουν
κι απ’ τα κακά τα πνεύματα λυτρώνουν τον κοσμάκη.
Ετούτοι φέρνουνε το φως και ξαναβλέπει ο τυφλός και είναι και για τους λεπρούς κάθαρση, θεραπεία.
Ετούτοι είναι των χωλών η δύναμη για να σταθούν στα πόδια τους και πάλι και για όλους τους παράλυτους είναι η ανόρθωσή τους.
Ετούτοι για τους ναυτικούς είναι ασφαλές λιμάνι· για όσους στο δρόμο βρίσκονται είναι καλοσυνάτοι κι αλάνθαστοι ως οδηγοί.
Ετούτοι παραστέκονται σ’ όσους καταπιέζονται απ’ άδικη εξουσία, προστάτες κι υπερασπιστές από την τυραννία,
γιατί ως βραβείο έλαβαν, μαζί σαν μια ομάδα,
δόξα από τους ουρανούς και πλήθος τα στεφάνια.
γ’. Ασύγκριτα λαμπρότερα από το φως του ήλιου,
η λάμψη αστραποβολεί ετούτων των αγίων.
Γιατί τη λάμψη του ήλιου, συχνά πυκνά τα σύννεφα, μπορούνε και την κρύβουν. Αλλά, τη λάμψη αυτωνών, νύχτα δεν την διαδέχεται, σκοτάδι δεν την σβήνει.
Εκείνος την ανατολή αρχίζει και εκπέμπει τις φωτεινές ακτίνες του,
μα σαν είναι να δύσει, πίσω τις παίρνει πάραυτα και τις κρατά δικές του.
Όμως, των παμμακάριστων τη λάμψη την αστραφτερή,
δεν είναι πως την διαλαλεί μονάχα η ημέρα·
είναι κι η νύχτα που κι αυτή στ’ αλήθεια την θαυμάζει,
γιατί είχε τη δύναμη να σχίσει τα σκοτάδια της θύελλας που σήκωσαν τα πράγματα του κόσμου.
Γιατί, όντως, έφτασε ένδοξη μπροστά σ’ Αυτόν που δίνει δόξα σ’ όσους πιστεύουνε
κι άκουσε τη φωνή Του να απευθύνεται σ’ αυτήν και έτσι να της λέει: «Αφού με δόξασες εσύ μπροστά στα μάτια των θνητών,
»κι εγώ, λοιπόν, για σένα θα μολογήσω και θα πω ψηλά στα επουράνια· θα σε αναγνωρίσω
χαρίζοντάς σου αγαθά, αιώνια βραβεία:
»δόξα από τους ουρανούς και πλήθος τα στεφάνια».
δ’. Του Πάνσοφου Δεσπότη σοφοί υπηρέτες,
του γνήσιου Πατέρα γνήσια τέκνα,
του Ιησού και Θεού μας ο στρατός ‒σπουδαίος μα και διαλεχτός, καθώς σας στρατολόγησε όλους σας έναν έναν‒,
του θαυμαστού Ποιμένα η θαυμάσια ποίμνη,
του των απάντων Γεωργού το καρπερό χωράφι,
νάματα είστε γάργαρα αστέρευτης πηγής.
Θείας Αμπέλου είστε εσείς τα κλήματα τα θεία,
αγίας Ρίζας είστε εσείς οι κλάδοι οι αγιασμένοι.
Του Κτίστη όλης της Κτίσεως, κτίσμα αξιολάτρευτο,
του Βασιλέα του άφθαρτου, σύγκλητος παμμακάριστη,
Χριστού είναι τούτοι μαθητές· ο Ίδιος Του τους σύναξε, των όλων ο Σωτήρας
και όρισε να έχουνε την κατοικία τους εκεί που είναι αγέραστη η ζωή
κι απλόχερα τους δώρισε
δόξα από τους ουρανούς και πλήθος τα στεφάνια.
ε’. Σε ύψη δυσθεώρητα υψώθηκε απ’ τον Πλάστη
κι έστησε με τους Άγγελους χαρές και πανηγύρια
αυτή η ακατανίκητη, η μυριοπαινεμένη, η αγιασμένη φάλαγγα, που είχε σαράντα μαχητές, μάρτυρες αθλοφόρους.
Γιατί όντως, τώρα πάνω εκεί ψηλά στα επουράνια, στέκεται νικηφόρα, γιορτάζει και αγάλλεται
μαζί μ’ όσους αγίασαν απ’ την αρχή της κτίσης.
Φοράει κατάλευκη στολή, άσπιλη κι αγιασμένη
που κέρδισε απ’ τους άθλους της, απ’ το μαρτύριό της·
φοράει και στην κεφαλή κορόνα το στεφάνι της νίκης που στην πίστη της ήτανε στεριωμένη.
Και οι Δυνάμεις του ουρανού, όλες τους, οι πνευματικές την σέβονται
ως νύμφη καθόλα αξιοθαύμαστη που στέκει ωραία στο πλευρό του πάγκαλου Νυμφίου,
του Κύριου που την στόλισε ο Ίδιος με τα δώρα Του
και λάμπει κι αστραποβολεί τις θεϊκές ακτίνες,
γιατί επάξια έλαβε
δόξα από τους ουρανούς και πλήθος τα στεφάνια.

















