Ο Αντώνης Καφετζόπουλος έχει έναν δικό του τρόπο να αφηγείται τη ζωή: μπορεί να ξεκινήσει από τον Όρσον Ουέλς, να περάσει στο ρεμπέτικο και να καταλήξει στην Έλλη Λαμπέτη, διατηρώντας μέχρι τέλους εκείνο το χαρακτηριστικό, διαπεραστικό βλέμμα που χαρακτηρίζει τόσο τις ερμηνείες του όσο και τις δημόσιες τοποθετήσεις του.
Σήμερα, 13 Οκτωβρίου, συμπληρώνει τα 75 του χρόνια, έχοντας διανύσει μια πορεία που δύσκολα χωρά σε έναν μόνο χαρακτηρισμό: ηθοποιός με ρόλους που έγιναν σημείο αναφοράς, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, αλλά και ένας άνθρωπος που έμαθε να βρίσκει τον δρόμο του συχνά μέσα από συμπτώσεις.
Η ζωή του θα μπορούσε να ξετυλιχθεί σαν μια ταινία με διαφορετικές πράξεις. Η πρώτη εκτυλίσσεται στην Κωνσταντινούπολη των παιδικών του χρόνων, η δεύτερη στην Αθήνα της προσφυγικής εγκατάστασης, η τρίτη στις θεατρικές σκηνές και τα τηλεοπτικά πλατό.
Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, το παιδί που ονειρευόταν να γίνει σκηνοθέτης ανακαλύπτει πως μπορεί να αφήσει το δικό του αποτύπωμα και μπροστά από την κάμερα.

Η Κωνσταντινούπολη των παιδικών του χρόνων
Γεννημένος στις 13 Οκτωβρίου 1951 στην Κωνσταντινούπολη, ο Αντώνης Καφετζόπουλος μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η ελληνική γλώσσα και η πολιτισμική ταυτότητα συνυπήρχαν με την καθημερινότητα μιας πολυγλωσσικής πόλης. Φοίτησε στο Ζωγράφειο, ένα από τα σημαντικά ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της Πόλης, ενώ η οικογένειά του καταγόταν από τη Βουχωρίνα Βοΐου, στην Κοζάνη.
Ο πατέρας του εργαζόταν ως υπάλληλος και οι γονείς του, αν και άνθρωποι ταπεινής καταγωγής και περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων, είχαν καλλιεργήσει ένα ευρύ πνευματικό υπόβαθρο.
Τον περασμένο Φεβρουάριο, μιλώντας στον Ρένο Χαραλαμπίδη, στην εκπομπή «Με τον Ρένο» του ONE, ο ηθοποιός επέστρεψε σε εκείνα τα χρόνια, περιγράφοντας το σχολείο του ως μειονοτικό και δίγλωσσο, με ισότιμη παρουσία των ελληνικών και των τουρκικών στο πρόγραμμα. Η εμπειρία αυτή συνδέεται και με μια στάση ζωής που έχει διατυπώσει επανειλημμένα: δεν τρέφει μίσος για τους Τούρκους, αλλά για τον εθνικισμό, ανεξαρτήτως εθνικότητας.
Οι παιδικές του αναμνήσεις, ωστόσο, δεν είναι αποκομμένες από το ιστορικό βάρος της εποχής. Μετά τα Σεπτεμβριανά του 1955, η ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης ζούσε υπό τη σκιά της ανασφάλειας. Η βία δεν εκδηλωνόταν καθημερινά με τον ίδιο τρόπο, όμως η πίεση ήταν παρούσα ακόμη και στη γλώσσα του δρόμου. Ο ίδιος έχε πει σε συνέντευξή του ότι οι Έλληνες μιλούσαν συχνά ψιθυριστά τα ελληνικά, έχοντας διαρκώς επίγνωση της ευάλωτης θέσης τους.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Σε συνέντευξή του στο Bovary τον Οκτώβριο του 2020, έδωσε και μια πιο προσωπική διάσταση σε αυτή την πραγματικότητα. Οι γονείς του μιλούσαν ελληνικά, τουρκικά και γαλλικά, καθώς και λίγα αγγλικά. Για εκείνους, η αναχώρηση από την Πόλη σήμαινε απώλεια και ξεριζωμό. Για τον ίδιο, που βρισκόταν ακόμη στην ηλικία της αναζήτησης, η προοπτική της φυγής συνδεόταν και με την επιθυμία να γνωρίσει έναν διαφορετικό κόσμο.
«Ήρθα από την Πόλη στα δέκα τέσσερά μου χρόνια. Έχω πολλές αναμνήσεις. Πήγαινα σε μειονοτικό σχολείο, έκανα δύο γλώσσες, ελληνικά και τούρκικα. Όσο υπήρχαν συγγενείς επέστρεφα τα καλοκαίρια, ως επισκέπτης, τουρίστας» είχε εξομολογηθεί. Και συνέχιζε τονίζοντας πως για εκείνον η Κωνσταντινούπολη ήταν μια κοινωνία που ο ίδιος αισθανόταν ότι ήταν περιοριστική.
Εκείνος ονειρευόταν τη Δύση, τις ελευθερίες της και τον κόσμο των χίπηδων.
Καθοριστική υπήρξε και η επαφή του με τη ροκ μουσική: «Για μένα δεν ήταν ούτε δύσκολο ούτε βαρύ που φύγαμε από την Πόλη γιατί ήμουν στην ηλικία που ήθελα να πάω προς την Δύση, στις ελευθερίες. Γιατί κακά τα ψέματα, η κοινωνία της Κωνσταντινούπολης και η κοινότητα, αλλά και η ευρύτερη τουρκική, ήταν περιοριστική. Ήθελα να πάω κι εγώ προς τους χίπηδες. Το έβλεπα με χαρά ότι θα πάω στην Ελλάδα».
Όπως θυμήθηκε στην εκπομπή του Ρένου Χαραλαμπίδη, σε ηλικία περίπου δέκα έως δώδεκα ετών, πριν ακόμη φύγει από την Πόλη, είχε παρακολουθήσει μια ταινία με ροκάδες, στην οποία εμφανίζονταν οι Animals, οι Rolling Stones και ο James Brown.
Η δική του λαχτάρα για μια νέα ζωή, ωστόσο, δεν μπορούσε να αναιρέσει τον πόνο των γονιών του. Εκείνοι άφηναν πίσω τον κόσμο που γνώριζαν, ενώ ο ίδιος ένιωθε ότι έπρεπε να σεβαστεί τη δική τους οδύνη. Έτσι, η προσδοκία της αλλαγής έμεινε μέσα του κρυφή.
Για την οικογένειά του ήταν προσφυγιά· για τον ίδιο, όπως έχει εξομολογηθεί, ήταν μια «κρυφή χαρά».
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Το 1964 και η Αθήνα του… ράντζου
Η αναχώρηση ήρθε το 1964, μετά τις απελάσεις των Ελλήνων υπηκόων από την Τουρκία. Ο Αντώνης Καφετζόπουλος έφτασε στην Ελλάδα ως πρόσφυγας και συνέχισε τη σχολική του πορεία στο 8ο Γυμνάσιο Αρρένων της Αθήνας.
Η νέα πραγματικότητα απείχε πολύ από όσα άφηνε πίσω του η οικογένεια. Στα Πατήσια, κοντά στην πλατεία Κολιάτσου, εγκαταστάθηκαν σε μια μικρή γκαρσονιέρα, όπου ο ίδιος κοιμόταν σε ράντζο για δύο χρόνια.
«Για την οικογένειά μου ήταν καταστροφικό, διαλυτικό. Ήρθαμε εδώ, μείναμε σε μια γκαρσονιέρα, κοιμόμουν σε ράντζο για δύο χρόνια. Οι γονείς μου, ταπεινής καταγωγής και ταπεινών εισοδημάτων, κατάλαβαν ότι εδώ θα κάνουν ένα νέο ξεκίνημα. Αλλά πνευματικά τους πείραξε πάρα πολύ. Είχαν ένα επίπεδο κουλτούρας που δεν υπήρχε στην Αθήνα όταν ήρθαν, το οποίο τους στεναχωρούσε. Και δεν εννοώ ότι πήγαιναν στα θέατρα και τις όπερες. Απλώς μιλούσαν τρεις γλώσσες –ελληνικά, τουρκικά, γαλλικά–, και λίγα αγγλικά. Εγκατασταθήκαμε στα Πατήσια, κοντά στην πλατεία Κολιάτσου. Εκεί που μένει τώρα ο μεγάλος μου ο γιος» είχε πει στην ίδια συνέντευξη.
Η φράση του, «κοιμόμουν σε ράντζο για δύο χρόνια», συμπυκνώνει την καθημερινότητα μιας οικογένειας που έπρεπε να ξαναστήσει τη ζωή της από την αρχή.
Οι γονείς του βρέθηκαν αντιμέτωποι όχι μόνο με τις πρακτικές δυσκολίες της εγκατάστασης, αλλά και με μια πολιτισμική απόσταση που τους ξένιζε. Όπως έχει περιγράψει, διέθεταν ένα επίπεδο μόρφωσης και κουλτούρας που δυσκολεύονταν να συναντήσουν στην Αθήνα εκείνης της περιόδου.
Ο ίδιος, αντίθετα, προσαρμόστηκε γρήγορα. Η πολίτικη προφορά του έγινε αρχικά αντικείμενο πειραγμάτων από τους καθηγητές του, όμως μέσα σε έξι μήνες είχε καταφέρει να την αποβάλει. Τα τουρκικά, πάντως, παρέμειναν στη μνήμη του και αποδείχθηκαν χρήσιμα ήδη από την εφηβεία του.
Στα 16 ή 17 του χρόνια άρχισε να βοηθά έναν μεταφραστή υποτίτλων τουρκικών ταινιών, οι οποίες τότε είχαν μεγάλη απήχηση, εξασφαλίζοντας ένα μικρό χαρτζιλίκι. Χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, είχε κάνει τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα στον χώρο του κινηματογράφου, πολύ πριν αποκτήσει ο ίδιος θέση μπροστά από την κάμερα.

Από τον Όρσον Ουέλς στη σκηνή: Η διαδρομή προς την υποκριτική
Η ηθοποιία δεν υπήρξε το αρχικό του όνειρο. Στην αρχή ήθελε να γίνει τραγουδιστής και έπαιζε κιθάρα. Η μεγάλη του ανακάλυψη, όμως, ήταν το σινεμά. Έφτασε να παρακολουθεί πέντε και έξι ταινίες την εβδομάδα, αναζητώντας μέσα στη σκοτεινή αίθουσα έναν κόσμο που τον γοήτευε όλο και περισσότερο.
Καθοριστική ήταν η στιγμή που είδε την ταινία Υπέροχοι Άμπερσον γιατί τον έκανε να θελήσει να γίνει σαν τον σκηνοθέτη της, τον οποίο τότε δεν γνώριζε καν με το όνομά του: τον Όρσον Ουέλς. Η επιθυμία του ήταν να σκηνοθετεί, όχι να παίζει.
Το 1969 πέρασε στο Οικονομικό και Πολιτικό τμήμα της Νομικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του το 1971. Στη συνέχεια εργάστηκε σε δισκάδικο, σε δισκογραφική εταιρεία και ως ηχολήπτης, ενώ βρέθηκε και στο Ανοιχτό Θέατρο του Γιώργου Μιχαηλίδη, όπου έκανε διάφορες δουλειές, μεταξύ των οποίων ταμίας και φωτιστής.
Εκεί συνέβη μία από τις συμπτώσεις που θα άλλαζαν για πάντα την πορεία του.
Όταν ένας ηθοποιός αποχώρησε λίγο πριν από την έναρξη μιας παράστασης, του ζήτησαν να τον αντικαταστήσει. Η παράσταση ξεκινούσε σε δέκα λεπτά και ο Καφετζόπουλος βγήκε στη σκηνή χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιος μεγάλος σχεδιασμός για μια τέτοια εξέλιξη. Η εμπειρία τού άρεσε και η Σοφία Σπυράτου τον παρότρυνε να φοιτήσει σε δραματική σχολή.
Έτσι, σπούδασε στη Δραματική Σχολή της Ευγενίας Χατζίκου.
Δίπλα στην Έλλη Λαμπέτη και η πρώτη μεγάλη τηλεοπτική αναγνώριση
Η πρώτη επαγγελματική θεατρική του δουλειά τον έφερε δίπλα στην Έλλη Λαμπέτη, στην παράσταση Φιλουμένα Μαρτουράνο. Η ευκαιρία προέκυψε με έναν τρόπο που ταιριάζει στην απρόβλεπτη διαδρομή του: η Όλια Λαζαρίδου τον οδήγησε, όπως έχει πει ο ίδιος, «εξαπατώντας τον λίγο», σε ένα σπίτι της οδού Αγίου Μελετίου. Εκεί τον περίμενε ο σκηνοθέτης Μάουρο Μπολονίνι, ο οποίος του ζήτησε να διαβάσει μια είδηση από εφημερίδα και τον ρώτησε αν θα μπορούσε να κόψει το… σταλινικό του μουστάκι.
Πήρε το ρόλο ενός από τους τρεις γιους της Φιλουμένα, πλάι στον Πάνο Μιχαλόπουλο και τον Σάββα Αξιώτη.
Η συνεργασία με τη Λαμπέτη υπήρξε σημαντικό μάθημα για τον νεαρό –τότε– ηθοποιό. Την θυμάται ως εξαιρετικά ευγενική στην συμπεριφορά της, αλλά απόλυτη απέναντι σε ό,τι είχε να κάνει με τη δουλειά. Από εκείνη κράτησε την αντίληψη ότι καμία φράση δεν είναι ασήμαντη και ότι κάθε λέξη που εκφέρει ένας ηθοποιός οφείλει να έχει το βάρος και τη θέση της.
Η τηλεόραση ήταν το επόμενο μεγάλο κεφάλαιο. Το 1980 εμφανίστηκε στην Αστροφεγγιά της ΕΡΤ, υποδυόμενος έναν σεμνό και μελαγχολικό φοιτητή. Για να αναλάβει το ρόλο, άφησε την δουλειά του ως ηχολήπτης. Ήταν μόλις 29 ετών και δεν περίμενε ότι η σειρά θα αποκτούσε τη θέση που τελικά κατέκτησε στη μνήμη του κοινού.
Την ίδια χρονιά συμμετείχε στην ταινία Παραγγελιά! του Παύλου Τάσιου, ενώ ακολούθησε το Στίγμα το 1982. Σημαντικός σταθμός υπήρξε και το Μινόρε της αυγής (1982-1984), όπου υποδύθηκε έναν ρεμπέτη.
Ο ίδιος έχει παραδεχτεί ότι δεν ήταν ο προφανής τύπος για έναν τέτοιο ρόλο, είχε όμως ανακαλύψει το ρεμπέτικο λίγο νωρίτερα και τον γοήτευε η μουσική του.
Αυτή η ανακάλυψη δεν έμεινε μόνο στην προετοιμασία ενός τηλεοπτικού χαρακτήρα. Ο Αντώνης Καφετζόπουλος πρόλαβε να γνωρίσει από κοντά σημαντικές μορφές του ρεμπέτικου, όπως τον Γιάννη Παπαϊωάννου και τον Βασίλη Τσιτσάνη, ενώ συνάντησε και τη Σωτηρία Μπέλλου. Ήταν μια εμπειρία που συνέδεσε την υποκριτική του με ένα μουσικό σύμπαν το οποίο είχε αρχίσει να ανακαλύπτει με προσωπικό ενδιαφέρον.
Ο «Ακάλυπτος» που έγινε τηλεοπτικό σημείο αναφοράς
Αν η Αστροφεγγιά τον σύστησε σε ένα ευρύτερο κοινό, ο «Ακάλυπτος» ήταν ο ρόλος που τον έκανε αναγνωρίσιμο σχεδόν σε κάθε ελληνικό σπίτι. Από το 1997 έως το 2000, στη σειρά Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή, ο Αντώνης Καφετζόπουλος έδωσε ζωή σε έναν χαρακτήρα που απέκτησε τη δική του θέση στην ελληνική τηλεοπτική μυθολογία.
Η επιλογή του ρόλου ήταν, όπως συνηθίζει να αναφέρει σε συνεντεύξεις του, αποτέλεσμα προσωπικής επιμονής. Αρχικά, του είχαν προτείνει τον ρόλο του ρομαντικού οδοντιάτρου, ενώ ο Γιώργος Παρτσαλάκης προοριζόταν για τον «Ακάλυπτο». Ο Καφετζόπουλος ζήτησε να αντιστραφούν οι ρόλοι.
Από την πρώτη κιόλας ημέρα εμφανίστηκε με συγκεκριμένη άποψη για τον χαρακτήρα, προτείνοντας ακόμη και το χαρακτηριστικό ζελέ στα μαλλιά και τις γραβάτες με τον Μίκυ Μάους.
Το αποτέλεσμα δικαίωσε την επιλογή του. Ο «Ακάλυπτος» απέκτησε τη δική του γλώσσα, το δικό του ύφος και μια αναγνωρισιμότητα που ξεπέρασε τα όρια της σειράς. Ο ίδιος, πάντως, έχει ξεκαθαρίσει ότι ο χαρακτήρας δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με την προσωπικότητά του.
Σε συνέντευξή του στην Athens Voice, τον περασμένο Ιούλιο, εξήγησε ότι η σειρά ολοκληρώθηκε έπειτα από τρία χρόνια επειδή ο ίδιος θεωρούσε πως αυτό το διάστημα ήταν αρκετό.
Η στάση του αποτυπώνει μια σταθερή επιλογή στην επαγγελματική του διαδρομή: να μην παραμένει σε μια επιτυχία μόνο και μόνο επειδή αυτή εξασφαλίζει αναγνωρισιμότητα.
Η σκηνοθεσία, το σενάριο και η ανάγκη να αφηγείται τις δικές του ιστορίες
Παράλληλα με την υποκριτική, ο Αντώνης Καφετζόπουλος αναζήτησε τρόπους να ελέγχει περισσότερο το σύνολο μιας κινηματογραφικής αφήγησης. Η σκηνοθεσία και το σενάριο αποτέλεσαν φυσική συνέχεια του αρχικού του ονείρου να βρίσκεται πίσω από την κάμερα.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Το 1993 παρουσίασε τη μεσαίου μήκους ταινία Υπόθεση Παπάζογλου. Αργότερα έγραψε, σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε στο Στάκαμαν (2001) και στην ταινία Η Γυναίκα είναι σκληρός άνθρωπος (2005). Για το Στάκαμαν είχε εξηγήσει ότι ήθελε να δημιουργήσει μια φιλοσοφική κωμωδία, αποτυπώνοντας έτσι και τη διάθεσή του να προσεγγίζει το χιούμορ ως τρόπο σκέψης και όχι απλώς ως μέσο διασκέδασης.
Η κινηματογραφική του πορεία δεν περιορίστηκε, ωστόσο, στις δικές του παραγωγές. Η συνεργασία του με τον Φίλιππο Τσίτο έμελλε να του προσφέρει μερικές από τις σημαντικότερες διακρίσεις της καριέρας του.
Από το Λοκάρνο στο Σαν Σεμπαστιάν: Η διεθνής αναγνώριση
Το 2009, η ταινία Ακαδημία Πλάτωνος απέσπασε στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο το Βραβείο Ανδρικού Ρόλου για τον Αντώνη Καφετζόπουλο. Στην ταινία του Φίλιππου Τσίτου, υποδύθηκε έναν άνδρα της καθημερινότητας, θαμώνα καφενείου, ο οποίος έρχεται αντιμέτωπος με μια ανατροπή που κλονίζει όσα θεωρούσε δεδομένα για την καταγωγή του: ανακαλύπτει ότι έχει αλβανικές ρίζες.
Δύο χρόνια αργότερα, το 2011, ήρθε ακόμη μία μεγάλη διάκριση. Η ταινία Άδικος κόσμος, επίσης σε σκηνοθεσία του Φίλιππου Τσίτου, βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν, με τον Καφετζόπουλο να κερδίζει το βραβείο πρώτου ανδρικού ρόλου και τον Τσίτο εκείνο της σκηνοθεσίας.
Το 2012, η ίδια ερμηνεία χάρισε στον ηθοποιό το Βραβείο Α’ Ανδρικού Ρόλου της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
Οι διακρίσεις αυτές επιβεβαίωσαν την ικανότητά του να αποδίδει σύνθετους, συχνά αντιφατικούς ανθρώπους, χωρίς να καταφεύγει σε εύκολες συναισθηματικές λύσεις.
Οι ήρωές του δεν χρειάζεται να είναι εντυπωσιακοί για να παραμείνουν στη μνήμη. Αρκεί να διαθέτουν εκείνη την αλήθεια που κάνει τον θεατή να αναγνωρίζει κάτι οικείο μέσα τους.
Μιλώντας στην Athens Voice, ο ίδιος περιέγραψε με σαφήνεια τι θεωρεί ουσιαστικό στην υποκριτική. Στο επάγγελμά του, είπε, «έχει μεγάλη σημασία να αποτυπώνεται μια ερμηνεία στο μυαλό του θεατή». Η παρατήρησή του συνοψίζει μια αντίληψη για την τέχνη που δίνει μεγαλύτερη αξία στο αποτύπωμα μιας ερμηνείας παρά στον πρόσκαιρο εντυπωσιασμό.
Οι δύο γιοι και η οικογένεια
Παρά τη μακρά δημόσια παρουσία του, ο Αντώνης Καφετζόπουλος κρατά την προσωπική του ζωή μακριά από την υπερβολική έκθεση. Είναι πατέρας δύο γιων, του Γιώργου, που γεννήθηκε το 1985 και ακολούθησε το δρόμο της υποκριτικής και της σκηνοθεσίας, και του Σπύρου, που γεννήθηκε το 1999 και έχει επίσης καλλιτεχνικές ανησυχίες.
Για την πατρότητα έχει μιλήσει με την ίδια ευθύτητα που χαρακτηρίζει τις τοποθετήσεις του για την τέχνη και την κοινωνία.
Στη συνέντευξή του στο Bovary εξήγησε ότι, με βάση τα δικά του κριτήρια, θεωρεί πως υπήρξε καλός πατέρας. Δεν προσπάθησε να επιβάλει στους γιους του συγκεκριμένες επιλογές, ούτε τους υπαγόρευσε ποια μουσική έπρεπε να ακούν ή ποια πορεία να ακολουθήσουν.

«Τα παιδιά μου δεν αγάπησαν αυτόν το χώρο, αλλά έτσι είμαστε σαν οικογένεια: Ποτέ δεν τους πίεζα να κάνουν το ένα ή το άλλο. Ακόμα και με την μουσική, άκουγαν κάτι που άκουγα, δεν τους άρεσε, έφευγαν. Δεν έχω πει ποτέ στα παιδιά διάβασε αυτό το βιβλίο ή άκου αυτό το τραγούδι…
»Αν έχω αναρχικό στοιχείο μέσα μου; Ναι, με την έννοια ότι με κάποιο τρόπο θεωρώ ότι οι άνθρωποι θα είναι πιο κοντά στο να εκπληρώνουν την διάθεση που έχουν να είναι ευτυχείς και επιτυχημένοι, σε μια κοινωνία στην οποία οι κανόνες θα είναι αυτονόητοι. Δηλαδή να μην χρειάζεται κάποιος να σου τους επιβάλλει. Αλλά δεν νομίζω ότι το βλέπω να γίνεται, εντός χιλιετίας τουλάχιστον. Επίσης η μεγάλη μου διαφορά με τους αναρχικούς είναι ότι θεωρώ την δημοκρατία την σπουδαιότερη επινόηση του ανθρώπου».
Στο σπίτι τους, όπως έχει περιγράψει, καθένας αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του και σέβεται τόσο τον διπλανό του όσο και τον εαυτό του. Πρόκειται για μια στάση που αφήνει χώρο στην προσωπική ελευθερία, χωρίς να καταργεί την ευθύνη που την συνοδεύει.
«Στο σπίτι μας μου αρέσει να είμαστε αναρχικοί, με την έννοια να αναλαμβάνει ο καθένας την ευθύνη των πράξεών του, να σέβεται τον διπλανό του και τον εαυτό του. Να είναι αξιοπρεπής. Είναι ένας τρόπος να διάγεις έναν αναρχικό βίο μέσα στο σπίτι σου. Κάποια πράγματα, ωστόσο, δεν θα λειτουργούν πολύ καλά μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο – μπορεί να είναι άπλυτα τα ποτήρια, αλλά αυτό είναι δευτερεύον» έχει πει ο ίδιος.
Το 2020 βρέθηκε επί σκηνής μαζί με τον μεγαλύτερο γιο του, Γιώργο, στο θέατρο Νέο Ριάλτο (αρχικά, γιατί αργότερα ανέβηκε και στο θέατρο Επί Κολωνώ), στο έργο Τάο, το οποίο είχε γράψει ο ίδιος ο γιος του και πραγματευόταν τη σχέση πατέρα και γιου.
Ο Αντώνης Καφετζόπουλος είχε χαρακτηρίσει το έργο ιστορία ενηλικίωσης, αναγνωρίζοντας παράλληλα πως η ανησυχία για το παιδί σου δεν σταματά, όποια ηλικία κι αν έχει φτάσει.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Στα 75, με το βλέμμα ακόμη στραμμένο στη δουλειά
Τον περασμένο Ιούλιο, στη συνέντευξή του στην Athens Voice, ο Αντώνης Καφετζόπουλος μίλησε για τα επόμενα κινηματογραφικά του βήματα. Ανάμεσά τους ήταν η ταινία Δεξιώσεις, την οποία γύριζε με τον Φίλιππο Τσίτο, καθώς και μια νέα συνεργασία με την Ελίνα Ψύκου.

Στο θέατρο είχε προηγηθεί η επιτυχία του Άσπρο Μαύρο του Κόρμακ Μακάρθι, με τον Τζερόμ Καλούτα. Παρά τη διαρκή παρουσία του σε διαφορετικά πεδία, ο ίδιος έχει μιλήσει και για την κόπωση που προκαλεί η διαδικασία εξασφάλισης χρηματοδότησης για τις κινηματογραφικές παραγωγές, ένας από τους λόγους που τον οδήγησαν να απομακρυνθεί από τη σκηνοθεσία.
Η διαδρομή του Αντώνη Καφετζόπουλου δεν υπήρξε μια ευθεία πορεία προς την επιτυχία.
Ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη, πέρασε μέσα από τον ξεριζωμό και τις στερήσεις της πρώτης εγκατάστασης στην Αθήνα, συνέχισε με δουλειές που δεν είχαν καμία σχέση με τη μετέπειτα αναγνωρισιμότητά του και έφτασε σε ερμηνείες που αγαπήθηκαν από το τηλεοπτικό κοινό και εκτιμήθηκαν από τη διεθνή κινηματογραφική κοινότητα.
Από τον μελαγχολικό φοιτητή της Αστροφεγγιάς στον ρεμπέτη του Μινόρε της αυγής και από τον αθυρόστομο «Ακάλυπτο» στους ήρωες της Ακαδημίας Πλάτωνος και του Άδικου κόσμου, ο Αντώνης Καφετζόπουλος απέδειξε ότι μπορεί να μεταμορφώνεται χωρίς να χάνει το προσωπικό του στίγμα. Κι ας ξεκίνησε με την επιθυμία να γίνει σκηνοθέτης, χωρίς να φαντάζεται ότι η υποκριτική θα γινόταν τελικά το πιο αναγνωρίσιμο κομμάτι της ζωής του.
Στα 75 του χρόνια, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη δουλειά με την ίδια κριτική ματιά, χωρίς να εξιδανικεύει τις επιτυχίες ή να κρύβει τις δυσκολίες. Και αν κάτι κρατά από όσα έζησε, από την παιδική ηλικία στην Πόλη μέχρι τις μεγάλες κινηματογραφικές διακρίσεις, είναι ίσως η ανάγκη να συνεχίζει να προχωρά, με χιούμορ, επιμονή και επίγνωση της πραγματικότητας.
Όπως έχει πει ο ίδιος, εκείνο που τον απασχολεί για το μέλλον είναι να την «βγάλουν καθαρή».
Χρόνια πολλά, Αντώνη Καφετζόπουλε.

















