Για δεκαετίες, η δυνατότητα ενός ανθρώπου να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τον τόπο όπου είχε γεννηθεί. Η καταγωγή μπορούσε να του εξασφαλίσει ευνοϊκότερη μεταχείριση ή να τον κρατήσει σε μια μακρά σειρά αναμονής.
Για τους Έλληνες, αυτή η ανισότητα είχε συνέπειες που έφταναν μέχρι την οικογενειακή ζωή: συγγενείς παρέμεναν χωρισμένοι στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Στις 3 Οκτωβρίου 1965, στη βάση του Αγάλματος της Ελευθερίας, ο πρόεδρος Λίντον Μπ. Τζόνσον υπέγραψε μια μεταρρύθμιση που άλλαξε τους κανόνες. Ο νόμος Hart-Celler καταργούσε το σύστημα των εθνικών ποσοστώσεων και αναδιαμόρφωνε τις προτεραιότητες εισδοχής, δίνοντας κεντρική θέση στους οικογενειακούς δεσμούς και στα επαγγελματικά προσόντα.
Πίσω από την επίσημη τελετή βρισκόταν μια μακρά πολιτική διαμάχη για το ποιος μπορούσε να γίνει μέλος της αμερικανικής κοινωνίας. Η ελληνική ομογένεια είχε άμεσο συμφέρον από την έκβασή της – και είχε εργαστεί για να την επηρεάσει.
Όταν η καταγωγή γινόταν εμπόδιο
Το περιοριστικό σύστημα είχε εδραιωθεί τη δεκαετία του 1920. Ο νόμος του 1924 συνέδεσε τις διαθέσιμες θέσεις με την πληθυσμιακή παρουσία κάθε εθνικότητας στις ΗΠΑ, χρησιμοποιώντας αρχικά ως βάση την απογραφή του 1890.
Η επιλογή εκείνης της χρονιάς είχε συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Ευνοούσε πληθυσμούς που είχαν εγκατασταθεί νωρίτερα στη χώρα και περιόριζε τις δυνατότητες όσων προέρχονταν από τη νότια και την ανατολική Ευρώπη, όπου ανήκε και η Ελλάδα.
Η αμερικανική πολιτική επιδίωκε να διατηρήσει μια ορισμένη σύνθεση του πληθυσμού. Οι κανόνες μετέτρεπαν τις αντιλήψεις για την επιθυμητή καταγωγή των μεταναστών σε αριθμούς: τόσες θέσεις για τη μία χώρα, πολύ λιγότερες για την άλλη. Το σύστημα περιλάμβανε παράλληλα ιδιαίτερα αυστηρούς αποκλεισμούς για την Ασία.

Η μεταπολεμική αναθεώρηση του 1952 διατήρησε τον βασικό μηχανισμό των εθνικών ποσοστώσεων. Εισήγαγε αλλαγές στην οικογενειακή και επαγγελματική προτεραιότητα και ήρε παλαιότερους αποκλεισμούς των Ασιατών, αλλά άφησε ισχυρές ανισότητες.
Σύμφωνα με την ιστορική επισκόπηση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το 85% των διαθέσιμων θέσεων του συστήματος κατευθυνόταν σε ανθρώπους βορειοευρωπαϊκής και δυτικοευρωπαϊκής προέλευσης. Ο πρόεδρος Χάρι Τρούμαν άσκησε βέτο, θεωρώντας το νόμο μεροληπτικό, όμως το Κογκρέσο το ανέτρεψε.
Το ζήτημα παρέμενε ανοιχτό.
Η ομογένεια διεκδικούσε αλλαγή
Για τους Ελληνοαμερικανούς, η συζήτηση συνδεόταν με συγγενείς, αιτήσεις και χρόνια αναμονής. Η ελληνοαμερικανική οργάνωση AHEPA συμμετείχε οργανωμένα στην προσπάθεια αλλαγής της νομοθεσίας.
Στην ιστορία της οργάνωσης, την οποία συνέγραψε ο Τζορτζ Λέμπερ, εξέχον στέλεχος της ελληνοαμερικανικής κοινότητας και επί σειρά ετών εκτελεστικός γραμματέας της AHEPA, καταγράφεται ότι το συνέδριό της το 1962 υποστήριξε νομοθετικές πρωτοβουλίες για την αύξηση της μετανάστευσης από την Ελλάδα. Ενέκρινε επίσης τη συμμετοχή της στην American Immigration and Citizenship Conference.
Τον Ιανουάριο του 1964, ο τότε πρόεδρος της AHEPA, Ιωάννης Πλουμίδης, συμμετείχε σε συνάντηση στον Λευκό Οίκο για τη μεταναστευτική πολιτική. Η συζήτηση αφορούσε την αναθεώρηση των κανόνων, ώστε να αντιμετωπίζονται δικαιότερα οι χώρες με μικρές ποσοστώσεις.
Όταν ο Τζόνσον υπέγραψε τον νέο νόμο, εκπρόσωποι της AHEPA βρίσκονταν στην τελετή.
Η παρουσία τους συνέδεε μια εθνική πολιτική μεταρρύθμιση με ένα διαχρονικό αίτημα της ομογένειας. Οι άνθρωποι που είχαν ήδη ριζώσει στις Ηνωμένες Πολιτείες διεκδικούσαν περισσότερες δυνατότητες εισόδου για όσους είχαν μείνει πίσω.

Η οικογένεια στο επίκεντρο
Η μεταρρύθμιση είχε προωθηθεί από τον Τζον Φ. Κένεντι και ολοκληρώθηκε επί Τζόνσον, με τη συμβολή στελεχών του Κογκρέσου και της κυβέρνησης.
Στην ομιλία του κατά την υπογραφή, ο Τζόνσον περιέγραψε το ανθρώπινο αποτέλεσμα του προηγούμενου συστήματος: «Οικογένειες παρέμεναν χωρισμένες επειδή ένας σύζυγος, μια σύζυγος ή ένα παιδί είχε γεννηθεί στο λάθος μέρος».
Η φράση συνοψίζει το πρόβλημα που επιχειρούσε να αντιμετωπίσει η μεταρρύθμιση. Ο τόπος γέννησης είχε λειτουργήσει ως κριτήριο που καθόριζε τις πιθανότητες οικογενειακής επανένωσης. Η νέα πολιτική αναγνώριζε μεγαλύτερο βάρος στους δεσμούς με ανθρώπους που ζούσαν ήδη στις ΗΠΑ και στις δεξιότητες των υποψήφιων μεταναστών.
Για μια εγκατεστημένη διασπορά, η αλλαγή αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία. Η παρουσία συγγενών στην Αμερική αποκτούσε ισχυρότερη θέση στη διαδικασία εισδοχής. Η ιστορία της μετανάστευσης συνεχιζόταν μέσα από οικογενειακές σχέσεις που είχαν επιβιώσει της απόστασης και των περιορισμών.
Πώς λειτούργησε η μετάβαση
Ο νόμος διατήρησε αριθμητικούς περιορισμούς και προϋποθέσεις. Προέβλεψε επίσης μεταβατική περίοδο, με το παλαιό σύστημα των εθνικών ποσοστώσεων να τερματίζεται στις 30 Ιουνίου 1968.
Στο μεσοδιάστημα, θέσεις που έμεναν αχρησιμοποίητες μπορούσαν να διατεθούν σε υποψήφιους από άλλες χώρες, όπου οι αιτήσεις υπερέβαιναν τις διαθέσιμες θεωρήσεις. Αυτός ο μηχανισμός επέτρεψε να κινηθούν εκκρεμείς υποθέσεις ανθρώπων που περίμεναν υπό το προηγούμενο καθεστώς.
Ορισμένες κατηγορίες στενών συγγενών Αμερικανών πολιτών εξαιρούνταν από τα αριθμητικά όρια, ενώ για άλλους αιτούντες ίσχυαν καθορισμένες προτεραιότητες. Η κατάργηση της ευνοϊκής μεταχείρισης συγκεκριμένων εθνικών προελεύσεων συνδυαζόταν έτσι με ένα νέο σύστημα επιλογής.
Η υπογραφή του Οκτωβρίου άνοιξε μια διαδικασία αλλαγής που εφαρμόστηκε σταδιακά. Οι πρακτικές συνέπειες εξαρτιόνταν από την κατηγορία κάθε αίτησης και από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν οι νέοι κανόνες.
Τι άλλαξε για τους Έλληνες
Η ελληνική περίπτωση μελετήθηκε ειδικά από την Εύα Σάντη, σε εργασία που δημοσιεύθηκε το 1980 στην Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών.
Πριν από τη μεταρρύθμιση, η ετήσια ελληνική ποσόστωση ήταν 308 θέσεις. Υπήρχαν, ωστόσο, εξαιρέσεις: το προηγούμενο έτος είχαν εκδοθεί συνολικά 2.082 μεταναστευτικές θεωρήσεις, με περισσότερο από το 85% να αφορά αιτούντες εκτός ποσόστωσης.
Στο πρώτο μεταβατικό οικονομικό έτος, το 1966, οι θεωρήσεις για ανθρώπους γεννημένους στην Ελλάδα αυξήθηκαν σε 9.097. Πρόκειται για υπερτετραπλασιασμό, που αποτυπώνει πόσο περιοριστικά λειτουργούσε προηγουμένως η πρόσβαση στις διαθέσιμες θέσεις.
Η Σάντη συνδέει την αύξηση με τη δυνατότητα αξιοποίησης αχρησιμοποίητων θεωρήσεων, τη συσσωρευμένη αναμονή ελληνικών αιτήσεων και την υψηλότερη προτεραιότητα ορισμένων συγγενικών κατηγοριών.

Η ίδια μελέτη καταγράφει ότι την αρχική άνοδο ακολούθησε πτώση τα επόμενα χρόνια. Η ερευνήτρια εξετάζει και τον ρόλο των διοικητικών και νομοθετικών περιορισμών στην εξέλιξη αυτή. Η επίδραση της μεταρρύθμισης ήταν σημαντική, αλλά η πορεία της ελληνικής μετανάστευσης παρέμεινε πιο σύνθετη από μια διαρκώς αυξανόμενη ροή.
Μια αλλαγή μεγαλύτερη από τις αρχικές προσδοκίες
Οι υποστηρικτές της μεταρρύθμισης δεν προέβλεπαν όλοι την έκταση των συνεπειών της. Ο κοινωνιολόγος Τσαρλς Χίρσμαν, σε ανάλυσή του για το Social Science Research Council, επισημαίνει ότι αρκετοί ανέμεναν περιορισμένη αύξηση των αφίξεων από την Ιταλία, την Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς θα επανενώνονταν οικογένειες.
Στην πράξη, οι νέοι κανόνες συνέβαλαν σε ευρύτερη μεταβολή της μεταναστευτικής σύνθεσης των ΗΠΑ.
Οι επαγγελματικές προτεραιότητες δημιούργησαν δυνατότητες για ανθρώπους από ασιατικές χώρες, ενώ η οικογενειακή επανένωση έδωσε συνέχεια στις νέες μεταναστευτικές διαδρομές. Παράλληλα εξελίσσονταν άλλες ροές, με διαφορετικά πολιτικά και οικονομικά αίτια.
Η ελληνική εμπειρία εντάσσεται σε αυτή τη μεγαλύτερη ιστορία. Μια κοινότητα που είχε υποστεί τους περιορισμούς της εθνικής καταγωγής συμμετείχε στην προσπάθεια αναθεώρησής τους και επωφελήθηκε από τη μεταρρύθμιση.
Πίσω από τους αριθμούς των θεωρήσεων βρίσκονταν άνθρωποι που μπορούσαν πλέον να σχεδιάσουν διαφορετικά τη ζωή τους. Η πιθανότητα να βρεθούν κοντά σε συγγενείς, να αναζητήσουν εργασία και να δημιουργήσουν ένα νέο σπίτι εξαρτιόταν και από μια νομοθετική απόφαση.
Είναι ασφαλές λοιπόν να πούμε ότι το αμερικανικό όνειρο των Ελλήνων γράφτηκε μέσα από την εργασία και την επιμονή τους, αλλά και μέσα από τον αγώνα για να αποκτήσουν δικαιότερη πρόσβαση σε αυτό.

















