Στις αίθουσες των διαπραγματεύσεων, η συζήτηση αφορούσε προθεσμίες, γραμμές υποχώρησης και την παράδοση της διοίκησης. Στους δρόμους της Ανατολικής Θράκης, οι αποφάσεις αυτές θα γίνονταν κάρα φορτωμένα με υπάρχοντα, οικογένειες που βάδιζαν προς τα δυτικά και άνθρωποι που εγκατέλειπαν τον τόπο τους με την καταστροφή της Σμύρνης ακόμη νωπή.
Η Ανακωχή των Μουδανιών υπήρξε ένας από τους καθοριστικούς σταθμούς αυτής της μετάβασης: από την ελληνική στρατιωτική ήττα στη Μικρά Ασία στην απώλεια της Ανατολικής Θράκης και στον μαζικό ξεριζωμό του ελληνικού πληθυσμού της.
Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν στις 3 Οκτωβρίου 1922 και η συμφωνία υπογράφηκε στις 11 Οκτωβρίου.
Ανάμεσα στις δύο ημερομηνίες μεσολάβησαν απειλές διακοπής των συνομιλιών, έντονες διαφωνίες μεταξύ των Συμμάχων και κρίσιμες συσκέψεις στο Παρίσι. Η τύχη της περιοχής κρινόταν ταυτόχρονα σε περισσότερα από ένα τραπέζια.
Μετά τη Σμύρνη, η κρίση στα Στενά
Η νίκη των δυνάμεων του Μουσταφά Κεμάλ είχε ανατρέψει το συσχετισμό ισχύος. Η κυβέρνηση της Άγκυρας μπορούσε πλέον να μεταφέρει τη στρατιωτική της επιτυχία στο πεδίο της διπλωματίας, διεκδικώντας την Ανατολική Θράκη.
Η προέλαση προς τις συμμαχικές θέσεις στα Στενά έφερε στο προσκήνιο τον κίνδυνο μιας νέας σύγκρουσης, αυτή τη φορά με τη Βρετανία.
Η κρίση του Τσανάκ, όπως έμεινε γνωστή, δοκίμασε τόσο τις σχέσεις των ευρωπαϊκών δυνάμεων όσο και την αντοχή της βρετανικής κυβέρνησης. Ο πρωθυπουργός Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ αντιμετώπιζε ένα κοινό εξαντλημένο από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών λόρδος Κέρζον αναζητούσε διπλωματική διέξοδο.
Για τη Γαλλία και την Ιταλία, η παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης στην Άγκυρα μπορούσε να αποτρέψει τη συνέχιση της τουρκικής προέλασης και έναν καινούργιο πόλεμο. Η Βρετανία προσπαθούσε να διαφυλάξει τη θέση της στα Στενά και το κύρος της, υπολογίζοντας παράλληλα τις αντιδράσεις στον μουσουλμανικό κόσμο της αυτοκρατορίας της.

Αυτή την αντιπαράθεση εξετάζει η ιστορικός Φατμά Τσομπάν (Fatma Çoban) σε μελέτη του 2025, βασισμένη σε βρετανικά αρχειακά έγγραφα. Η ανάλυσή της φωτίζει πόσο στενά συνδέθηκε το μέλλον της Θράκης με τις διαφορετικές προτεραιότητες των Συμμάχων.
Για τους κατοίκους της περιοχής, διακυβευόταν η ασφάλεια και η παραμονή τους. Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, διακυβεύονταν επίσης η συνοχή της συμμαχίας και η αποφυγή μιας στρατιωτικής εμπλοκής με απρόβλεπτο κόστος.
Οι αποφάσεις περνούσαν από το Παρίσι
Στα Μουδανιά, το λιμάνι της Προποντίδας κοντά στην Προύσα, οι στρατιωτικοί εκπρόσωποι των Συμμάχων διαπραγματεύονταν με τον Ισμέτ πασά, τον μετέπειτα Ισμέτ Ινονού.
Η συζήτηση για την Ανατολική Θράκη περιλάμβανε κρίσιμα πρακτικά ερωτήματα: πόσο γρήγορα θα αποχωρούσε ο ελληνικός στρατός, πότε θα εγκαθίστατο η τουρκική διοίκηση και ποιος θα ασκούσε τον έλεγχο στο μεσοδιάστημα.
Στην τρίτη ημέρα των συνομιλιών σημειώθηκε αδιέξοδο. Οι τουρκικές απαιτήσεις για άμεση παράδοση της περιοχής ανέδειξαν τις διαφορές μεταξύ των Συμμάχων. Στις 6 και 7 Οκτωβρίου, ο Κέρζον συναντήθηκε στο Παρίσι με τη γαλλική ηγεσία, προκειμένου να αποκατασταθεί κοινή διαπραγματευτική γραμμή.
Στη μελέτη του για αυτές τις συναντήσεις, ο Μπεχτσέτ Κεμάλ Γεσίλμπουρσα (Behçet Kemal Yeşilbursa) καταγράφει την επιμονή του Βρετανού υπουργού στο σεβασμό των ουδέτερων ζωνών και τη γαλλική θέση ότι η χώρα δεν θα πολεμούσε την Τουρκία.
Οι στρατηγοί στα Μουδανιά διαπραγματεύονταν μέσα στα όρια που έθεταν οι κυβερνήσεις τους – και τα όρια αυτά μεταβάλλονταν όσο συνεχιζόταν η κρίση.
Τι δείχνουν τα τεκμήρια του Αρχείου Βενιζέλου
Την αβεβαιότητα της ελληνικής πλευράς αποτυπώνει μια καταχώριση στο Ψηφιακό Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, για τηλεγράφημα σχετικό με τις οδηγίες προς τον στρατηγό Μαζαράκη.
Σύμφωνα με την αρχειακή περίληψη, εάν προτεινόταν μερική ή ολική εκκένωση της Ανατολικής Θράκης, ο στρατηγός όφειλε να ζητήσει οδηγίες από την ελληνική κυβέρνηση. Στην ίδια καταχώριση αναφέρεται ότι η κυβέρνηση αγνοούσε το ακριβές αντικείμενο της σύσκεψης.
Το τεκμήριο δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο στη δύσκολη θέση της ελληνικής αντιπροσωπείας: οι εκπρόσωποί της καλούνταν να αντιμετωπίσουν αποφάσεις εξαιρετικής βαρύτητας, με περιορισμένη ελευθερία κινήσεων και ανάγκη συνεχούς συνεννόησης με την Αθήνα.

Σε άλλο τεκμήριο, τηλεγράφημα του Βενιζέλου προς το υπουργείο Εξωτερικών, καταγράφεται η διαφωνία για το χρονικό διάστημα μέχρι την αποκατάσταση της τουρκικής διοίκησης. Η αρχειακή περιγραφή αναφέρεται σε υπόσχεση του Κέρζον για μεσολάβηση ενός μήνα μετά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού, αλλά και σε αλληλογραφία για τους χειρισμούς των Ελλήνων στρατηγών.
Οι ημέρες αυτές είχαν ουσιαστική σημασία. Καθόριζαν ποιος θα βρισκόταν στην περιοχή μετά την αποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων και υπό ποιες συνθήκες θα γινόταν η αλλαγή εξουσίας. Μέσα από την αλληλογραφία διακρίνεται η αγωνία για όσα θα ακολουθούσαν τη συμφωνία.
Δεκαπέντε ημέρες για την αποχώρηση
Η ανακωχή υπογράφηκε στις 11 Οκτωβρίου από τους εκπροσώπους της Άγκυρας, της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας. Οι Έλληνες στρατιωτικοί αντιπρόσωποι αρνήθηκαν να την υπογράψουν εκείνη τη στιγμή· η ελληνική κυβέρνηση αποδέχθηκε στη συνέχεια τους όρους της.
Η συμφωνία προέβλεπε την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από την Ανατολική Θράκη εντός δεκαπέντε ημερών, υπό συμμαχική εποπτεία, και τη μεταβίβαση της πολιτικής διοίκησης στην τουρκική πλευρά. Επιτρεπόταν επίσης η παρουσία έως 8.000 Τούρκων χωροφυλάκων για την υποστήριξη των πολιτικών Αρχών.
Η ελληνική στρατιωτική εκκένωση άρχισε στις 15 Οκτωβρίου. Την αποχώρηση του στρατού συνόδευσε η μαζική φυγή του ελληνικού πληθυσμού, όπως καταγράφεται και σε σύγχρονη των γεγονότων επισκόπηση του περιοδικού Proceedings του Αμερικανικού Ναυτικού Ινστιτούτου.
Η Ανατολική Θράκη περνούσε έτσι στην τουρκική διοίκηση μέσω της συμφωνίας, χωρίς να προηγηθεί τουρκική στρατιωτική κατάκτησή της. Η ήττα στη Μικρά Ασία είχε συνέπειες και στην ευρωπαϊκή πλευρά των Στενών.
Στον δρόμο των προσφύγων, μαζί με τον Χέμινγουεϊ
Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, τότε 23χρονος δημοσιογράφος της καναδικής Toronto Star, βρέθηκε στην Ανατολική Θράκη και παρακολούθησε την έξοδο.
Στις ανταποκρίσεις του περιέγραψε ανθρώπους που βάδιζαν στη βροχή, υπάρχοντα φορτωμένα σε βοϊδάμαξες και οικογένειες που προσπαθούσαν να κρατήσουν μαζί όσα μπορούσαν να μεταφέρουν. Ανάμεσα στις σκηνές που κατέγραψε ήταν και μια γυναίκα που γεννούσε πάνω σε κάρο, ενώ ο άνδρας της επιχειρούσε να την προστατεύσει από τη βροχή με μια κουβέρτα.
Η ιστορικός Ναζάν Μακσουντιάν (Nazan Maksudyan), μελετώντας τις ανταποκρίσεις του, υπογραμμίζει την έμφαση που έδωσε στην απώλεια του σπιτιού και στον οριστικό χαρακτήρα της αναχώρησης. Οι πρόσφυγες εγκατέλειπαν ολόκληρο το περιβάλλον μέσα στο οποίο είχαν οργανώσει τη ζωή τους.

Η αποχώρηση του στρατού, η επικείμενη αλλαγή εξουσίας και ο φόβος για την ασφάλειά τους έκαναν την παραμονή να μοιάζει αδύνατη. Η διπλωματική «εκκένωση» αποκτούσε στους δρόμους το πραγματικό της ανθρώπινο βάρος.
Από την ανακωχή στην οριστικοποίηση του ξεριζωμού
Η Ανακωχή των Μουδανιών και η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών αποτελούν διαφορετικές πράξεις, με διαφορετικό περιεχόμενο.
Η πρώτη ρύθμισε τη στρατιωτική αποχώρηση και τη μεταβολή της διοίκησης. Η σύμβαση που υπογράφηκε στη Λοζάνη στις 30 Ιανουαρίου 1923 καθόρισε την υποχρεωτική ανταλλαγή των ελληνορθόδοξων Τούρκων υπηκόων και των μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις για την Κωνσταντινούπολη και τη Δυτική Θράκη.
Το άρθρο 3 της σύμβασης συμπεριέλαβε στην ανταλλαγή και όσους είχαν ήδη εγκαταλείψει τις αντίστοιχες περιοχές από τις 18 Οκτωβρίου 1912. Ένας ξεριζωμός που είχε συντελεστεί μέσα στον πόλεμο και στον φόβο εντάχθηκε έτσι σε δεσμευτικό διακρατικό πλαίσιο.
Έτσι, τα Μουδανιά, η ελληνική πόλη της Βιθυνίας στη Μικρά Ασία, έμειναν στην ιστορική μνήμη ως το σημείο όπου η απώλεια της Ανατολικής Θράκης πήρε τη μορφή συμφωνίας.

















