To Βακαλό, από το Βακαλόπουλος που ήταν το κανονικό του επίθετο. Kαι όχι δεν το άλλαξε λόγω της τάσης σουσουδισμού που επικρατούσε τότε. Εκτός του ότι ήταν πιο εύηχο, είχε και έναν αέρα γαλλικό. Ή μάλλον παριζιάνικο. Γιατί στην πόλη του φωτός σχεδίαζε να εγκατασταθεί και να δημιουργήσει. Για να είμαστε και ακριβείς, στο Παρίσι είχε ξεκινήσει να δημιουργεί. Ήρθε όμως η ιστορία, που γκρεμίζει ή αλλάζει τα όνειρα και τα σχέδια των ανθρώπων και ορίζει τις ζωές του.
Κάποιοι εντάσσουν τον Γιώργο Βακαλό στην «εικαστική γενιά του ’30». Τους δημιουργούς δηλαδή που είχαν λάβει τη δυτική κουλτούρα και κατάφεραν να την περάσουν και στην αντίστοιχη ελληνική. Χωρίς όμως η τελευταία να γίνει μια βλαχομπαρόκ κόπια της δύσης.
Ο Βακαλό έβγαλε την ελληνικότητα στα έργα του, με ένα πολύ μοντέρνο τρόπο.
Και για αυτό παραμένει ξεχωριστός, αλλά και σημείο αναφοράς για τους μεταγενέστερους.

Από την Κωνσταντινούπολη στο Παρίσι
Γεννήθηκε το 1902 στην Κωνσταντινούπολη και όπως φαίνεται ήταν από καλή και σχετικά εύπορη οικογένεια. Από μικρός έδειξε την κλίση του για τη ζωγραφική, για αυτό και πήρε τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Λύσανδρο Πράσινο –ζωγράφο και ποιητή, πατέρα του Μάριου Πράσινου, ζωγράφου που διέπρεπε εκείνη την εποχή στο Παρίσι.
Άλλωστε και η οικογένεια του είχε σχέσεις με τη γαλλική πρωτεύουσα. Και εκεί θα πάει ο νεαρός Βακαλόπουλος μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου για να συνεχίσει τις σπουδές του. Συγκεκριμένα φοίτησε στη Σχολή Διακοσμητικών Τεχνών του Λούβρου, στην Ακαδημία Ζυλιάν αλλά και στη Δραματική Σχολή Σαρλ Ντυλλέν. Στη συγκεκριμένη διεύρυνε τους οριζόντες του, σπουδάζοντας σκηνογραφία και ενδυματολογία.
Οι σπουδές του τελειώνουν το 1928, όμως ήδη έχει εδραιωθεί και εργάζεται σε διάφορες θεατρικές σκηνές της πόλης. Και το 1938 έλαβε το πρώτο βραβείο στην Έκθεση Carmine. Φυσικά στο Παρίσι, όπου όλα έδειχναν ότι θα έμενε εκεί. Μόνο που εδώ έρχεται η ιστορία και τα αλλάζει όλα.

Στις 14 Ιουνίου 1940, τα γερμανικά ναζιστικά στρατεύματα κατέλαβαν το Παρίσι χωρίς μάχη, καθώς η γαλλική πρωτεύουσα, μια μέρα πριν, είχε κηρυχθεί ανοχύρωτη πόλη, προκειμένου να αποφευχθεί η ολοσχερής καταστροφή του. Ανάμεσα στα εκατομμύρια του πληθυσμού, που έφυγε ήταν και ο Βακαλό.
Η επιστροφή στη χώρα
Ο νεαρός ζωγράφος έρχεται στην Ελλάδα και αρχίζει να δουλεύει στο ελληνικό θέατρο. Η «πρεμιέρα» του γίνεται με ένα σπουδαίο έργο, σε μια ιστορική παράσταση. Συγκεκριμένα στην Κυρά της θάλασσας του Έρικ Ίψεν που ανέβασε η κυρία Κατερίνα σε σκηνοθεσία Γιαννούλη Σαραντίδη. Με την Κατερίνα συνεχίζει και στο επόμενο έργο, το Απόψε θα γελάσουμε. Μια μουσική κωμωδία, γιατί είχε μπει και η χώρα μας στον πόλεμο και το αθηναϊκό κοινό εκείνη την περίοδο ήθελε να ξεφύγει από τη μαυρίλα.

Το 1943 ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη και εκεί ξεκινάει η συνεργασία του με το ΚΘΒΕ. Αλλά και μετά τον πόλεμο μέχρι και το 1975, συνεχίζεται η συνεργασία του με τις κορυφαίες σκηνές της χώρας. Μάλιστα το 1947 επιμελείται κοστούμια και σκηνικά στην ελληνική ταινία Μαρίνα με σκηνοθέτη τον Αλέκο Σακελλάριο και πρωταγωνιστές την Στέλλα Γκρέκα και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα.

Γυρνάμε όμως πίσω στο 1944. Γιατί τότε αλλάζει η ζωή του πάλι. Μέσα στον πόλεμο.
Το άλλο του μισό
Η Ελένη Σταυρινού ήταν και αυτή από την Κωνσταντινούπολη. Σπούδασε αρχαιολογία στη φιλοσοφική σχολή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ιστορία της Τέχνης στη Σορβόννη, στο Παρίσι. Tην πρώτη σχολή την τελείωσε το 1945. Ένα χρόνο μετά τον γάμο της με τον Γιώργο Βακαλό. Παρόλο που είχαν μια διαφορά 20 ετών, υπήρξαν ένα απόλυτα ταιριαστό και αγαπημένο ζευγάρι. «Είχα την τύχη να είμαι με τον Γιώργο», είχε πει σε τηλεοπτική της συνέντευξη το 1985. Στη συγκεκριμένη συνέντευξη που ήταν στο πλαίσιο της εκπομπής «Παρασκήνιο» της ΕΡΤ, εκείνος ίσα που εμφανιζόταν σε ένα μικρής διάρκειας πλάνο, να κάνει μια κατασκευή. Και φυσικά μετά το τέλος του πολέμου, εκείνη έφυγε για την Σορβόνη, να συνεχίσει τις σπουδές της, ενώ εκείνος έμεινε στην Ελλάδα και δούλευε. Στην πορεία η Ελένη Βακαλό έγινε ποιήτρια και κριτικός τέχνης. Και μαζί και ξεχωριστά.

Και το 1958, το ζευγάρι, μαζί με τον τεχνοκριτικό Φραντζή Φραντζεσκάκη και τον ζωγράφο Παναγιώτη Τέτση, δημιούργησαν τη σχολή Βακαλό. Σχολή διακόσμησης και εφαρμοσμένων τεχνών, η πρώτη που άνοιξε στη χώρα μας και έβγαλε μεγάλα ονόματα του χώρου.
Ο δημιουργός των αλλαγών
Το 1953 η γαλλική κυβέρνηση του απένειμε το παράσημο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής για τις υπηρεσίες του στο γαλλικό θέατρο. «Δεν με ενδιαφέρει να παραστήσω ό,τι υπάρχει γύρω μου, όσο με ενδιαφέρει να παραστήσω ό,τι γεννιέται μέσα μου», είχε πει σε συνέντευξή του. Κάτι που φαίνεται από το έργο του, που υπάρχει σε πολλά μουσεία ανά τον κόσμο.

Όσο για τη συνεισφορά του στα εικαστικά της χώρας; «Η σκηνογραφία είναι ο χώρος που ο Βακαλό ανέπτυξε τη μεγαλύτερη δραστηριότητα. Δούλεψε αρχικά για μεγάλους καλλιτέχνες της Ευρώπης και στον τόπο μας συνεργάστηκε με όλα τα κρατικά θέατρα, ανανεώνοντας τη σκηνογραφική κι ενδυματολογική αντίληψη. Ενδεικτικά σημειώνουμε τη σκηνογραφική εργασία του για τις κωμωδίες του Αριστοφάνη. Ιωνική χάρη, ελληνιστική κομψότητα συνδυαζόμενες με σύγχρονες αισθητικές αντιλήψεις και λειτουργικότητα του σκηνικού χαρακτηρίζουν αυτή τη δουλειά, που γίνεται η εικαστική έκφραση και οπτική ερμηνεία της κωμωδίας δεμένη με τη σκηνοθεσία που δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της κωμωδίας, αλλά και δεν υποκύπτει στον πειρασμό της χυδαιότητας». Το παραπάνω είναι ένα απόσπασμα, από τον γραπτό επικήδειο που έγραψε για τον Γιώργο Βακαλό, ο αρχαιολόγος και ακαδημαϊκός δάσκαλος Νίκος Ζίας.

Ο Γιώργος Βακαλό έφυγε στις 2 Οκτωβρίου 1991, σε ηλικία 89 ετών. Παρόλο που ανήκε στην ελίτ των δημιουργών, ήταν ένας χαμηλών τόνων άνθρωπος που λάτρευε τη δουλειά του και την οικογενειακή ζωή. Κηδεύτηκε στο Β΄ Νεκροταφείο, στα Πατήσια, κάτι που δείχνει την απλότητα τόσο του ίδιου, όσο και της συζύγου του. «Προσπαθώ να δίνω πάντα κάτι καινούριο. Δεν δουλεύω με το μυαλό αλλά ξεπερνώντας το λογικό», είχε πει σε συνέντευξή του. Και αυτό το σύνολο της δουλειάς του που ξεπερνάει τη λογική, ανανέωσε τα εγχώρια εικαστικά, χωρίς όμως να τα αποξενώσει από την ελληνικότητά τους.
Για την ιστορία, η Ελένη Βακαλό έφυγε σχεδόν 10 χρόνια μετά τον σύζυγό της, στις 10 Οκτωβρίου 2001. Και το πόσο επηρέασε ο ένας τον άλλον, σημειολογικά φαίνεται από μια ατάκα του Γιώργου Βακαλό: «Αν δεν έκανα ζωγραφική θα έκανα ποίηση».


















