Ένα εντυπωσιακό ψηφιδωτό που δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί ολόκληρο και μια μαρμάρινη κεφαλή του Έρωτα, παλαιότερη κατά περίπου δύο αιώνες, φέρνουν ξανά στο προσκήνιο την αρχαία Πομπηιούπολη.
Η Πομπηιούπολη, μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της Ανατολίας κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, ήταν η πρωτεύουσα της επαρχίας της Παφλαγονίας.
Τα δύο ευρήματα εντοπίστηκαν κατά την ανασκαφή μνημειακού κτηρίου, το οποίο στη διάρκεια των αιώνων άλλαξε μορφή και χρήση. Η παλαιότερη οικοδομική φάση του τοποθετείται στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ., ενώ αργότερα το κτήριο μετατράπηκε σε χριστιανική βασιλική.
Ένα ψηφιδωτό που δεν έχει αποκαλυφθεί ολόκληρο
Στο κεντρικό κλίτος της βασιλικής οι αρχαιολόγοι έφεραν στο φως ψηφιδωτό δάπεδο έκτασης περίπου 105 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο χρονολογείται στον 4ο αιώνα μ.Χ.
Το ψηφιδωτό διατηρείται σε ιδιαίτερα καλή κατάσταση και αποτελείται από γεωμετρικές συνθέσεις.
Το σύνολό του δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί, καθώς τμήματα του δαπέδου συνεχίζονται κάτω από τα στρώματα χώματος που απομένει να ανασκαφούν.

Οι εργασίες συντήρησης στα τμήματα που έχουν ήδη έρθει στο φως ολοκληρώθηκαν, ενώ η ανασκαφή συνεχίζεται προκειμένου να αποτυπωθεί η πλήρης έκταση και η διάταξη του ψηφιδωτού.
Η έρευνα στη βασιλική άρχισε το 2025 και τα αποτελέσματα της φετινής ανασκαφικής περιόδου δείχνουν ότι πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα οικοδομήματα της ύστερης αρχαιότητας στην περιοχή.
Η κεφαλή του Έρωτα και η παλαιότερη φάση του κτηρίου
Το δεύτερο σημαντικό εύρημα είναι μια μαρμάρινη κεφαλή αγάλματος του Έρωτα, η οποία χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ.
Βρέθηκε στο παστοφόριο, έναν βοηθητικό χώρο της μεταγενέστερης βασιλικής. Η χρονολόγησή της, ωστόσο, παραπέμπει στην αρχική φάση του κτηρίου, η κατασκευή του οποίου τοποθετείται περίπου στο 150-160 μ.Χ.

Η κεφαλή του Έρωτα θεωρείται σημαντική για την κατανόηση του καλλιτεχνικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος της Πομπηιούπολης κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Ταυτόχρονα, δείχνει ότι το μνημείο είχε διαφορετική λειτουργία προτού ενταχθεί στο χριστιανικό οικοδομικό συγκρότημα.
Τα δύο ευρήματα, επομένως, δεν ανήκουν στην ίδια χρονική φάση. Η συνύπαρξή τους στον ίδιο χώρο αποκαλύπτει τις αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις του κτηρίου και, σε μεγαλύτερη κλίμακα, της ίδιας της πόλης.
Η πόλη που γεννήθηκε μετά την ήττα του Μιθριδάτη
Η Πομπηιούπολη ιδρύθηκε από τον Πομπήιο το 64 ή 63 π.Χ., μετά τους Μιθριδατικούς Πολέμους και την κατάκτηση του Βασιλείου του Πόντου από τους Ρωμαίους.
Ήταν μία από τις πόλεις που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο της νέας διοικητικής οργάνωσης των κατακτημένων εδαφών, τα οποία εντάχθηκαν στη ρωμαϊκή επαρχία της Βιθυνίας και του Πόντου.
Η αρχαία πόλη βρίσκεται κοντά στο σημερινό Τασκιόπρου, στην περιοχή της Κασταμονής. Στους ρωμαϊκούς χρόνους εξελίχθηκε σε σημαντικό διοικητικό και οικονομικό κέντρο και έφερε τον τίτλο της μητρόπολης της Παφλαγονίας.
Η γεωγραφική της θέση επέτρεπε τον έλεγχο των δρόμων που συνέδεαν το εσωτερικό της Μικράς Ασίας με τις περιοχές του Πόντου και τις ακτές του Εύξεινου Πόντου.
Από τη ρωμαϊκή μητρόπολη στο επισκοπικό κέντρο
Κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ. η Πομπηιούπολη είχε πλέον εξελιχθεί σε επισκοπικό κέντρο. Η μετατροπή του παλαιότερου κτηρίου σε βασιλική και η κατασκευή του ψηφιδωτού δαπέδου συνδέονται με τη σταδιακή επικράτηση του χριστιανισμού και τη νέα θέση της πόλης στο διοικητικό και θρησκευτικό τοπίο της εποχής.
Η ανασκαφή επιτρέπει στους αρχαιολόγους να παρακολουθήσουν αυτήν τη μετάβαση μέσα από τα ίδια τα οικοδομικά κατάλοιπα: από το ρωμαϊκό μνημειακό κτήριο του 2ου αιώνα και την κεφαλή του Έρωτα, έως τη βασιλική και το ψηφιδωτό δάπεδο της ύστερης αρχαιότητας.
Οι έρευνες στην Πομπηιούπολη συνεχίζονται, με στόχο να αποκαλυφθεί το υπόλοιπο ψηφιδωτό και να διευκρινιστούν όλες οι οικοδομικές φάσεις του μνημείου. Κάθε νέο στρώμα που αφαιρείται προσθέτει ένα ακόμη κεφάλαιο στην ιστορία μιας πόλης που γεννήθηκε μετά την ήττα του Μιθριδάτη και παρέμεινε σημαντικό κέντρο του Πόντου επί πολλούς αιώνες.

















