Σε ευθεία προεκλογική αντιπαράθεση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη έθεσε την ΕΛΑΣ ο Αλέξης Τσίπρας από τη ΔΕΘ, παρουσιάζοντας το κόμμα του ως εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης και αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο δεύτερης κάλπης, εάν από τις πρώτες εκλογές δεν καταστεί δυνατός ο σχηματισμός κυβέρνησης.
Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου από το Συνεδριακό Κέντρο «Ιωάννης Βελλίδης», ο πρώην πρωθυπουργός εξαπέλυσε επίθεση στην κυβέρνηση τόσο για την οικονομική πολιτική όσο και για την κοστολόγηση των προτάσεων της ΕΛΑΣ, υποστηρίζοντας ότι, έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, ο πρωθυπουργός δεν παρουσίασε στη ΔΕΘ ένα συνολικό όραμα για τη χώρα.
«Ο τελευταίος που θα κάνει μαθήματα δημοσιονομικής σταθερότητας σε μένα είναι ο κ. Μητσοτάκης», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Πρόγραμμα 7,5 δισ. και ανεξάρτητη κοστολόγηση
Ο Αλέξης Τσίπρας απέρριψε την κυβερνητική εκτίμηση που ανεβάζει στα 13 δισ. ευρώ το κόστος των εξαγγελιών του. Υποστήριξε ότι οι προτάσεις της ΕΛΑΣ κινούνται εντός δημοσιονομικού χώρου 7,5 δισ. ευρώ και επανέλαβε ότι το πρόγραμμα θα κατατεθεί στο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, προκειμένου να κοστολογηθεί από ανεξάρτητο φορέα.
Παράλληλα, χαρακτήρισε την πρόσφατη ομιλία του στη Θεσσαλονίκη ως την πιο αριστερή και τεκμηριωμένη που έχει πραγματοποιήσει στη ΔΕΘ. Εξήγησε ότι ο στόχος του σχεδίου είναι η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου σε βάθος δεκαετίας, με δημιουργία περισσότερου πλούτου και δικαιότερη κατανομή του.
Πρώτη εντολή ή δεύτερες εκλογές
Για τις μετεκλογικές εξελίξεις, δήλωσε ότι, εφόσον η ΕΛΑΣ λάβει την πρώτη διερευνητική εντολή, θα εξαντλήσει τις δυνατότητες σχηματισμού κυβέρνησης πάνω σε προγραμματική βάση.
Εάν αυτό δεν καταστεί δυνατό, η χώρα θα οδηγηθεί σε δεύτερες εκλογές. Διευκρίνισε, πάντως, ότι η δεύτερη κάλπη δεν αποτελεί τον επιδιωκόμενο στόχο του, αλλά ούτε και «καταστροφή».
Ο πρόεδρος της ΕΛΑΣ επιχείρησε συγχρόνως να οριοθετήσει τον βασικό πολιτικό αντίπαλό του στη Νέα Δημοκρατία, αποφεύγοντας να ανοίξει μέτωπο με το ΠΑΣΟΚ.
Περιουσιολόγιο και φορολόγηση του πλουσιότερου 1%
Αναφερόμενος στην προτεινόμενη «πατριωτική εισφορά», υπογράμμισε την ανάγκη ολοκλήρωσης του περιουσιολογίου, ώστε να υπάρξει σαφής εικόνα για τον πλούτο που κατέχει το οικονομικά ισχυρότερο 1% της χώρας.
Συνέδεσε την πρόταση με τη διεθνή συζήτηση για τη φορολόγηση των υπερπλούσιων, υποστηρίζοντας ότι απαιτείται ένας μόνιμος μηχανισμός που θα περιορίζει τις ανισότητες και θα αποκαθιστά το αίσθημα αδικίας που βιώνει ο μέσος πολίτης.

















