Η 6η Σεπτεμβρίου πέφτει φέτος Κυριακή. Κυριακή ήταν και το 1377, όταν στην Τραπεζούντα τελέστηκε ένας αυτοκρατορικός γάμος του οποίου οι εορτασμοί διήρκεσαν περισσότερο από μία εβδομάδα.
Νεόνυμφοι ήταν ο Μανουήλ Γ΄ Μέγας Κομνηνός και μια πριγκίπισσα από τη Γεωργία, η Κουλκάνχατ –ή Gulkhan Khatun–, η οποία μόλις μία ημέρα νωρίτερα είχε στεφθεί και είχε λάβει το όνομα Ευδοκία.
Πίσω από τη λαμπρότητα της τελετής κρυβόταν ένα συνοικέσιο που είχε ήδη αλλάξει… γαμπρό λόγω ενός αιφνίδιου θανάτου στα ανάκτορα. Και πίσω από το γάμο βρισκόταν η σταθερή επιδίωξη των Μεγάλων Κομνηνών να εξασφαλίσουν την επιβίωση της Τραπεζούντας μέσω των δυναστικών συμμαχιών.
Το συνοικέσιο που άλλαξε γαμπρό
Η Γεωργιανή πριγκίπισσα δεν είχε αρχικά προοριστεί για τον Μανουήλ. Το συνοικέσιο είχε συμφωνηθεί με τον Ανδρόνικο, γιο του αυτοκράτορα Αλεξίου Γ’ του Μεγαλοκομνηνού.
Στις 14 Μαρτίου 1376 όμως, ο Ανδρόνικος έπεσε από τα ανάκτορα των Μεγάλων Κομνηνών. Μεταφέρθηκε στο εσωτερικό του παλατιού, όπου άφησε την τελευταία του πνοή – ενταφιάστηκε στη Μονή Θεοσκεπάστου.
Ο χρονικογράφος Μιχαήλ Πανάρετος καταγράφει το γεγονός λιτά, χωρίς να εξηγεί περισσότερα για τις συνθήκες της πτώσης. Σε κάθε περίπτωση, με βάση και τη ρήση «ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς», το συνοικέσιο με την κόρη του βασιλιά Δαβίδ της Γεωργίας μεταφέρθηκε στον νεότερο και νόμιμο γιο του αυτοκράτορα, τον Μανουήλ.
Έτσι, η νύφη δεν άλλαξε· άλλαξε ο γαμπρός. Το γεγονός ότι η συμφωνία διατηρήθηκε παρά το θάνατο του Ανδρόνικου δείχνει πόσο σημαντική θεωρούσε η τραπεζούντια αυλή τη συγκεκριμένη ένωση.
Η πριγκίπισσα που έφθασε από τη Γεωργία
Τον Μάιο του 1377 ο Αλέξιος Γ’ και η ακολουθία του αναχώρησαν από την Τραπεζούντα και πέρασαν το καλοκαίρι στη Λαζική. Εκεί, στις 15 Αυγούστου, συνάντησαν την πριγκίπισσα στον Μακραιγιαλό, όπως ονομάζει την τοποθεσία ο Πανάρετος.
Την επομένη ξεκίνησαν όλοι μαζί το ταξίδι της επιστροφής. Η αυτοκρατορική συνοδεία έφθασε στην καρδιά της Αυτοκρατορίας την Κυριακή 30 Αυγούστου 1377.
Η Κουλκάνχατ δεν έμπαινε απλώς σε μια καινούργια πόλη. Ετοιμαζόταν να ενταχθεί στον οίκο των Μεγάλων Κομνηνών, σε μια αυλή με το δικό της τελετουργικό, τους τίτλους και τους πολιτικούς συμβολισμούς της.
Από Κουλκάνχατ, Ευδοκία
Το Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου, η πριγκίπισσα στέφθηκε στη βασιλική πρόκυψη, το τελετουργικό σημείο επίσημης εμφάνισης της αυλής, και ονομάστηκε Ευδοκία.
Την επομένη, Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου, τελέστηκε ο γάμος. Το μυστήριο ευλόγησε ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Θεοδόσιος, ενώ στεφανοκράτωρ ήταν ο ίδιος ο Αλέξιος Γ’. Αυτό σημαίνει ότι ο πατέρας του γαμπρού κρατούσε τα γαμήλια στέφανα επάνω από τα κεφάλια των νεονύμφων, αναλαμβάνοντας έναν από τους πιο τιμητικούς ρόλους της τελετής.
Ο Μιχαήλ Πανάρετος συμπύκνωσε όλη τη λαμπρότητα του γεγονότος σε μία φράση:
«εγένετο και ο γάμος και επεκράτησεν εβδομάδα και πλέον».
Ο χρονικογράφος δεν μας παραδίδει το μενού των συμποσίων, τη μουσική ή τον αριθμό των προσκεκλημένων. Η αναφορά του όμως στη διάρκεια των εορτασμών αποκαλύπτει ότι δεν επρόκειτο για μια κλειστή παλατιανή τελετή, αλλά για δημόσιο γεγονός μεγάλης κλίμακας.
Ένας γάμος που ήταν και διπλωματία
Ο γάμος συνέδεε δύο ορθόδοξους ηγεμονικούς οίκους, εκείνον των Μεγάλων Κομνηνών της Τραπεζούντας και τη βασιλική οικογένεια της Γεωργίας.
Για την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας οι γάμοι αυτού του επιπέδου δεν αποτελούσαν προσωπικές υποθέσεις. Δημιουργούσαν συγγένειες, ενίσχυαν τη νομιμότητα της δυναστείας και άνοιγαν ή διατηρούσαν διπλωματικούς διαύλους με τα γειτονικά κράτη.

Ο Αλέξιος Γ’ είχε χρησιμοποιήσει συστηματικά τις επιγαμίες ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έστελνε μια πριγκίπισσα της Τραπεζούντας σε ξένη αυλή, όπως είχε συμβεί σε άλλους δυναστικούς γάμους. Υποδεχόταν στην Τραπεζούντα μια Γεωργιανή πριγκίπισσα, επισφραγίζοντας τους παλιούς δεσμούς των δύο κρατών.
Ήταν ένα ακόμη κεφάλαιο στη «μυστική διπλωματία» των Μεγάλων Κομνηνών, με τη διαφορά ότι αυτήν τη φορά το κέντρο της τελετής ήταν η ίδια η πρωτεύουσα.
Από την αυτοκρατορική αυλή στην ποντιακή «χαρά»
Ο Κυριάκος Σαμουηλίδης, παραθέτοντας τη μαρτυρία του Παναρέτου, παρατηρεί ότι οι πολυήμεροι εορτασμοί δεν ήταν άγνωστοι ούτε στους λαϊκούς γάμους των Ποντίων.
Η παρατήρηση αυτή δεν αρκεί για να αποδείξει μια αδιάσπαστη τελετουργική συνέχεια έξι αιώνων. Φωτίζει όμως μια εντυπωσιακή αντοχή στη σημασία που απέδιδε η ποντιακή κοινωνία στο γάμο.
Οι Πόντιοι τον ονόμαζαν χαρά. Δεν ήταν μια σύντομη τελετή, αλλά μια ολόκληρη ακολουθία πράξεων, από το ψαλάφεμαν, το λογοδόσιμον και το σουμάδεμα έως το στεφάνωμα, το νυφέπαρμαν και το γλέντι. Κάθε στάδιο είχε το δικό του τελετουργικό, τη μουσική και τα τραγούδια του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το αυθεντικό νυφέπαρμαν, η δραματική στιγμή κατά την οποία η νύφη αποχωριζόταν το πατρικό σπίτι και ξεκινούσε για τη γαμήλια ευλογία.
Από τα ανάκτορα του 1377 έως τις ποντιακές κοινότητες των νεότερων χρόνων, ο γάμος διατηρούσε τη διάσταση ενός γεγονότος που αφορούσε ολόκληρη την κοινωνία – μιας πραγματικής «χαράς».
Η συνέχεια της δυναστείας
Ο Μανουήλ διαδέχθηκε τον πατέρα του στο θρόνο το 1390, ως Μανουήλ Γ’ Μέγας Κομνηνός. Η Ευδοκία έγινε αυτοκράτειρα στο πλευρό του, αλλά πέθανε στις 2 Μαΐου 1395.
Ο γιος τους, Αλέξιος Δ’, θα καταλάμβανε αργότερα το θρόνο της Τραπεζούντας, συνεχίζοντας τη δυναστική γραμμή των Μεγάλων Κομνηνών.

















