Μια μνημειακή εκκλησία ηλικίας περίπου 1.600 ετών αποκαλύπτουν σταδιακά οι αρχαιολόγοι στην αρχαία Άντανδρο, στη βορειοδυτική Μικρά Ασία, στους πρόποδες του όρους Ίδη και απέναντι από τη Λέσβο.
Η εκκλησία χρονολογείται στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. και διατηρεί ψηφιδωτά με επιγραφές, τοιχογραφίες, φυτικά διακοσμητικά μοτίβα και μεγάλους γρανιτένιους κίονες.
Οι διαστάσεις της δείχνουν ότι δεν επρόκειτο για έναν απλό τόπο λατρείας, αλλά για ένα από τα σημαντικότερα εκκλησιαστικά οικοδομήματα της περιοχής κατά την ύστερη Αρχαιότητα.
Οι εργασίες επικεντρώνονται στη συγκεκριμένη κατασκευή από το 2024, ενώ κατά τη φετινή ανασκαφική περίοδο οι αρχαιολόγοι επιχειρούν να αποκαλύψουν την πλήρη κάτοψη του ναού.
Το ανατολικό άκρο δεν έχει ακόμη βρεθεί
Η ανασκαφή του 2026 άρχισε στις 22 Ιουνίου και, σύμφωνα με τον επικεφαλής της αρχαιολογικής έρευνας στην Άντανδρο, καθηγητή Γκιουρτζάν Πολάτ, έχει ήδη αποκαλυφθεί τμήμα της εκκλησίας με πλάτος 17 μέτρων.
Οι αρχαιολόγοι δεν έχουν φτάσει ακόμη στο ανατολικό άκρο του κτίσματος και, επομένως, δεν είναι σε θέση να προσδιορίσουν το συνολικό μήκος του.
Τα μέχρι στιγμής ευρήματα δείχνουν ότι ο ναός διέθετε τουλάχιστον ένα κεντρικό και ένα βόρειο κλίτος, τα οποία χωρίζονταν με κιονοστοιχία. Οι γρανιτένιοι κίονες του πρώτου επιπέδου έφταναν σε ύψος τα 3,5 μέτρα, ενώ εκείνοι του δεύτερου επιπέδου υπολογίζεται ότι είχαν ύψος περίπου 2,30 μέτρα.

Με βάση αυτές τις διαστάσεις, η στέγη πάνω από το κεντρικό κλίτος πρέπει να έφτανε σε ύψος 12 έως 13 μέτρων, επιβεβαιώνοντας τον μνημειακό χαρακτήρα της κατασκευής.
Η επιγραφή που «μιλά» για την κοινότητα και τον Κάνδιδο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ψηφιδωτά δάπεδα και οι επιγραφές που τα συνοδεύουν. Από την ανάγνωσή τους προκύπτει ότι η εκκλησία κατασκευάστηκε με τη συλλογική συνεισφορά της τοπικής χριστιανικής κοινότητας.
Άλλη αναφορά υποδεικνύει ότι τη δαπάνη για την κατασκευή των ψηφιδωτών ανέλαβε ένας άνδρας με το όνομα Κάνδιδος.
Οι επιγραφές δεν προσφέρουν μόνο πληροφορίες για τη χρηματοδότηση του έργου. Φωτίζουν και τον τρόπο με τον οποίο οργανώνονταν οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες της περιοχής, καθώς η οικοδόμηση και η διακόσμηση ενός τόσο μεγάλου ναού απαιτούσαν σημαντικούς οικονομικούς πόρους και οργανωμένη κοινοτική συμμετοχή.
Στους τοίχους έχουν επίσης εντοπιστεί κατάλοιπα τοιχογραφιών, με ζωγραφικούς πίνακες και φυτικά διακοσμητικά μοτίβα. Η συνύπαρξη ψηφιδωτών, τοιχογραφιών και μνημειακής αρχιτεκτονικής δείχνει ότι ο ναός κατείχε ξεχωριστή θέση στη ζωή της αρχαίας πόλης.
Τα δέκα εκατοστά στάχτης
Ακριβώς επάνω από τα ψηφιδωτά εντοπίστηκε ένα στρώμα καύσης πάχους περίπου δέκα εκατοστών. Το εύρημα οδηγεί τους ανασκαφείς στην εκτίμηση ότι η ζωή της εκκλησίας τερματίστηκε έπειτα από μεγάλη πυρκαγιά.
Η καταστροφή και η εγκατάλειψη του ναού τοποθετούνται πιθανότατα στον 7ο αιώνα, σε μια περίοδο κατά την οποία η περιοχή δοκιμαζόταν από επιδρομές και ευρύτερες ανακατατάξεις.
Μετά την πυρκαγιά το οικοδόμημα δεν φαίνεται να επισκευάστηκε ή να χρησιμοποιήθηκε ξανά. Αυτό ακριβώς καθιστά το εύρημα ιδιαίτερα σημαντικό: επειδή δεν ακολούθησαν νεότερες οικοδομικές επεμβάσεις, η εκκλησία φαίνεται ότι διατήρησε σε μεγάλο βαθμό την αρχική αρχιτεκτονική μορφή της.
Ένα από τα σημαντικότερα εκκλησιαστικά κέντρα της περιοχής
Η μνημειακή κλίμακα του ναού συνδέεται με τη θέση που κατείχε η Άντανδρος κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο.
Η πόλη αναφέρεται στις ιστορικές πηγές ως επισκοπική έδρα υπαγόμενη στην εκκλησιαστική περιφέρεια της Εφέσου.
Οι αρχαιολόγοι εκτιμούν ότι το οικοδόμημα που αποκαλύπτεται μπορεί να ήταν μία από τις πρώτες και σημαντικότερες εκκλησίες της αρχαίας πόλης. Η ολοκλήρωση της ανασκαφής αναμένεται να προσφέρει περισσότερα στοιχεία τόσο για την αρχιτεκτονική του ναού όσο και για τη διάδοση και οργάνωση του χριστιανισμού στην περιοχή του Αδραμυττηνού κόλπου.
Σε κοντινό σημείο είχε έρθει στο φως και χώρος ρωμαϊκής έπαυλης, ο οποίος μετατράπηκε αργότερα σε χριστιανικό βαπτιστήριο. Το δωμάτιο είχε διαστάσεις περίπου 7,20 επί 5,90 μέτρα και στο κέντρο του κατασκευάστηκε κολυμβήθρα διαμέτρου περίπου ενός μέτρου, με τρία σκαλοπάτια από την ανατολική και τη δυτική πλευρά.
Το εύρημα αυτό, μαζί με τη μεγάλη εκκλησία, διαμορφώνει πλέον μια σαφέστερη εικόνα για την παρουσία μιας οργανωμένης και πολυπληθούς χριστιανικής κοινότητας στην Άντανδρο.
Η ελληνική πόλη στους πρόποδες της Ίδης
Η αρχαία Άντανδρος βρισκόταν στη νότια πλευρά της Τρωάδας, στη βόρεια ακτή του Αδραμυττηνού κόλπου, στους πρόποδες του όρους Ίδη. Τα ερείπιά της εντοπίζονται περίπου 2,5 χιλιόμετρα ανατολικά του σημερινού Αλτινολούκ.
Οι αρχαίες πηγές παραδίδουν διαφορετικές εκδοχές για την ίδρυσή της. Ο Ηρόδοτος τη συνέδεε με τους Πελασγούς, ο Αλκαίος με τους Λέλεγες, ενώ ο Θουκυδίδης την παρουσίαζε ως αιολική πόλη. Τα αρχαιολογικά δεδομένα μαρτυρούν πάντως μακραίωνη κατοίκηση και ισχυρή ελληνική παρουσία ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους.
Η θέση της ήταν στρατηγική, καθώς έλεγχε το πέρασμα ανάμεσα στην Τρωάδα και τη Μυσία. Παράλληλα, η άφθονη ξυλεία του όρους Ίδη έκανε την Άντανδρο σημαντικό κέντρο ναυπήγησης πλοίων.
Σύμφωνα με την αφήγηση της Αινειάδας του Βιργιλίου, από τις ακτές της Άντανδρου ξεκίνησε και το μυθικό ταξίδι του Αινεία: εκεί κατασκευάστηκαν τα 20 πλοία με τα οποία οι Τρώες αναχώρησαν αναζητώντας νέα πατρίδα.
Οι συστηματικές αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή άρχισαν με επιφανειακή έρευνα το 2000 και συνεχίζονται με υπουργική άδεια από το 2007. Η εκκλησία των 1.600 ετών αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα αυτής της μακράς προσπάθειας και ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της παλαιοχριστιανικής Άντανδρου.

















