Από τη συλλογή πληροφοριών στην ενεργό δράση περνούν οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες, αποκτώντας τη δυνατότητα να απαντούν σε κυβερνοεπιθέσεις, να παρεμβαίνουν σε ξένα πληροφοριακά συστήματα και να διευρύνουν την ψηφιακή παρακολούθηση.
Όπως μεταδίδει η Deutsche Welle, το υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε το νομοσχέδιο για τη ριζική αναμόρφωση του πλαισίου λειτουργίας της Υπηρεσίας Πληροφοριών Εξωτερικού (BND) και της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος (BfV).
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη μεταρρύθμιση ως απάντηση στις αυξανόμενες απειλές από κυβερνοεπιθέσεις, κατασκοπεία, δολιοφθορές και εκστρατείες παραπληροφόρησης, με το βλέμμα στραμμένο κυρίως στη Ρωσία, αλλά και σε άλλους κρατικούς παράγοντες.
Από την παρακολούθηση στην αντεπίθεση
Μέχρι σήμερα, οι γερμανικές υπηρεσίες είχαν κατά κύριο λόγο την αρμοδιότητα να συλλέγουν, να αξιολογούν και να διαβιβάζουν πληροφορίες. Με το νέο πλαίσιο θα μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να παρεμβαίνουν ενεργά όταν διαπιστώνουν ότι μια απειλή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί εξίσου αποτελεσματικά από την Αστυνομία ή άλλη κρατική Αρχή.
Για την BND προβλέπεται, μεταξύ άλλων, η δυνατότητα να πραγματοποιεί αντίποινα στον κυβερνοχώρο, τα λεγόμενα hackbacks.
Θα μπορεί, για παράδειγμα, να διεισδύει στην ψηφιακή υποδομή ενός ξένου κράτους και να την αδρανοποιεί ή να την παραποιεί, εφόσον βρίσκεται σε εξέλιξη κυβερνοεπίθεση ή επιχείρηση παραπληροφόρησης εναντίον της Γερμανίας.
Το νομοσχέδιο διευρύνει επίσης τις δυνατότητες διαδικτυακών ερευνών και συλλογής δεδομένων από ηλεκτρονικές συσκευές, πλατφόρμες και τηλεπικοινωνιακά δίκτυα. Παράλληλα, προβλέπεται η αξιοποίηση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης για την επεξεργασία μεγάλου όγκου πληροφοριών.
Οι αλλαγές δεν έχουν ακόμη τεθεί σε ισχύ, καθώς το νομοσχέδιο πρέπει να εγκριθεί από την Ομοσπονδιακή Βουλή.
Η ιστορική καχυποψία απέναντι στις μυστικές υπηρεσίες
Οι αυστηροί περιορισμοί στη δράση των γερμανικών υπηρεσιών πληροφοριών συνδέονται με τις εμπειρίες της Γκεστάπο στη ναζιστική περίοδο και της Στάζι στην Ανατολική Γερμανία. Μεταπολεμικά οικοδομήθηκε ένα σύστημα που διαχώριζε αυστηρά τις υπηρεσίες πληροφοριών από την Αστυνομία και περιόριζε τις επιχειρησιακές παρεμβάσεις τους.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το πλαίσιο αυτό δεν ανταποκρίνεται πλέον στις σύγχρονες υβριδικές απειλές και έχει καταστήσει τη Γερμανία υπερβολικά εξαρτημένη από τις πληροφορίες συμμαχικών χωρών, κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο υπουργός Εσωτερικών Αλεξάντερ Ντόμπριντ έκανε λόγο για μια «επανάσταση στην αρχιτεκτονική ασφαλείας», ενώ η επικεφαλής της Καγκελαρίας Νίνα Βάρκεν χαρακτήρισε τις αλλαγές τη σημαντικότερη μεταρρύθμιση της BND από την ίδρυσή της.
Φόβοι για ανεπαρκή έλεγχο
Οι αντιδράσεις επικεντρώνονται στο ενδεχόμενο να θολώσουν τα όρια μεταξύ της συλλογής πληροφοριών και της κατασταλτικής δράσης.
Κόμματα της αντιπολίτευσης και οργανώσεις για τα ψηφιακά δικαιώματα προειδοποιούν ότι οι νέες αρμοδιότητες μπορεί να οδηγήσουν σε μαζικότερη παρακολούθηση και να αποδυναμώσουν τις θεσμικές εγγυήσεις προστασίας των πολιτών.
Ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενα θεωρούνται τα κρατικά hackbacks, καθώς μπορούν να προκαλέσουν κλιμάκωση στον κυβερνοχώρο και να επηρεάσουν συστήματα πέρα από τον αρχικό στόχο.
Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι οι επιχειρήσεις θα επιτρέπονται μόνο σε σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις και θα συνοδεύονται από ενισχυμένο δικαστικό και ανεξάρτητο έλεγχο. Για τους επικριτές, ωστόσο, η μετατροπή των υπηρεσιών από παρατηρητές σε ενεργούς επιχειρησιακούς μηχανισμούς συνιστά «ιστορική παραβίαση ταμπού» για τη μεταπολεμική Γερμανία.

















