Η πίστη, για τον άνθρωπο, δεν ήταν ποτέ μόνο μια στιγμή προσευχής μέσα στον ναό. Ήταν παρούσα στις χαρές και στις δυσκολίες της ζωής, στις μεγάλες γιορτές αλλά και στις πιο προσωπικές στιγμές αγωνίας, όταν η ελπίδα γινόταν η δύναμη που κρατούσε τον άνθρωπο όρθιο. Κι όταν η δοκιμασία περνούσε, η ευγνωμοσύνη έβρισκε συχνά τον δικό της τρόπο να εκφραστεί. Το τάμα, για τους πιστούς, θα μπορούσε να είναι ένα προσκύνημα, ένα κερί, μια προσφορά ή μια πράξη ευχαριστίας.
Πάνω απ’ όλα, όμως, ήταν ανέκαθεν μια προσωπική σχέση με το Θείο. Και για τους Ποντίους, αυτή η σχέση συνδέθηκε βαθιά με τους ιερούς τόπους, τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της αλησμόνητης πατρίδας.
Στην παραδοσιακή κοινωνία του Πόντου, η θρησκευτική ζωή αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας. Οι εκκλησίες και οι μονές ήταν τόποι λατρείας αλλά και σημεία αναφοράς των κοινοτήτων. Οι μεγάλες γιορτές, τα πανηγύρια και τα προσκυνήματα ένωναν τους ανθρώπους και δημιουργούσαν έναν κοινό κόσμο πίστης και παράδοσης.

ktb.gov.tr)
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονταν και οι προσωπικές πράξεις αφιέρωσης. Ένα τάμα μπορούσε να γεννηθεί από μια μεγάλη δοκιμασία και να εκπληρωθεί με ένα προσκύνημα σε έναν ιερό τόπο. Η αξία του δεν βρισκόταν απαραίτητα στο αντικείμενο που προσφερόταν, αλλά στην ίδια την πράξη και στην προσπάθεια που απαιτούσε η εκπλήρωσή του.
Τα μοναστήρια και οι τόποι της πίστης
Ο Πόντος ήταν γεμάτος ιερούς τόπους που συνδέθηκαν με την πνευματική ζωή των Ελλήνων της περιοχής. Η Παναγία Σουμελά, η Παναγία Γουμερά και η μονή του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα αποτελούσαν σημαντικούς μοναστηριακούς και προσκυνηματικούς πυρήνες.
Ανάμεσά τους, η Παναγία Σουμελά κατείχε ξεχωριστή θέση.
Χτισμένη στις απόκρημνες πλαγιές του όρους Μελά, κοντά στην Τραπεζούντα, υπήρξε επί αιώνες ένας από τους σημαντικότερους πνευματικούς και θρησκευτικούς τόπους του Πόντου.

Η εικόνα της Παναγίας Σουμελά, που σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση συνδέεται με τον Ευαγγελιστή Λουκά, αποτέλεσε επί αιώνες αντικείμενο βαθιάς ευλάβειας. Το προσκύνημα στη μονή απαιτούσε συχνά κόπο και δύσκολη διαδρομή. Για τον πιστό, όμως, ακόμη και ο δρόμος προς τον ιερό τόπο μπορούσε να γίνει μέρος της ίδιας της πράξης πίστης.
Η υπόσχεση ενός ανθρώπου να φτάσει στη Σουμελά, να ανάψει ένα κερί ή να προσφέρει ένα τάμα, μπορούσε να συνδέει μια προσωπική δοκιμασία με έναν τόπο που είχε ιδιαίτερη σημασία για ολόκληρη την κοινότητα.
Όταν το τάμα έγινε ταξίδι 1.800 χιλιομέτρων
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της δύναμης που μπορεί να έχει ένα τάμα ακόμη και στη σύγχρονη εποχή είναι η ιστορία του Παντελή Τζερτζεβέλη. Το 2014, μαζί με τον Παναγιώτη Σωτηριάδη και τον Βασίλη Γιοσμά αποφάσισε να πραγματοποιήσει ένα ιδιαίτερο ταξίδι: να ενώσει με ποδήλατο την Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο με την Παναγία Σουμελά στην Τραπεζούντα.
Η διαδρομή θα έφτανε περίπου τα 1.800 χιλιόμετρα και στόχος ήταν η άφιξη στην Τραπεζούντα ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο, ύστερα από 16 μέρες.
Ο ίδιος δεν είναι Πόντιος, έχει όμως μικρασιατική καταγωγή. Είχε επισκεφθεί τον Πόντο το 2011, συμμετέχοντας σε δημοσιογραφική αποστολή που κάλυψε τη θεία λειτουργία στην Παναγία Σουμελά. Η επαφή του με την ιστορία της μονής και με την περιπέτεια της εικόνας που μεταφέρθηκε από τον Πόντο στην Ελλάδα τον συγκλόνισε.

Τα επόμενα χρόνια, καθώς αντιμετώπιζε επαγγελματικές δυσκολίες και μια περιπέτεια υγείας, η σκέψη του επέστρεφε στη Σουμελά. Όπως είχε δηλώσει τότε στο pontosnews.gr, κάποια στιγμή έκανε μέσα του ένα τάμα:
«Την τρίτη φορά που ήρθε μέσα μου, έκανα ένα τάμα: Παναγία μου, θεράπευσέ με, κι εγώ θα έρθω με το ποδήλατο κοντά σου».
Από αυτή την υπόσχεση γεννήθηκε ένα ταξίδι που σε καμία περίπτωση δεν ήταν μια αθλητική δοκιμασία, αλλά η προσπάθεια ενός ανθρώπου να εκπληρώσει το τάμα του, μετατρέποντας την προσωπική του περιπέτεια σε ένα προσκύνημα δύο τροχών. Μάλιστα, όπως είχε αναφέρει τότε, αρκετοί άνθρωποι θέλησαν να συμμετάσχουν συμβολικά στην προσπάθεια, ζητώντας να μεταφέρουν μαζί τους τα δικά τους τάματα στη Σουμελά.
Η διαδρομή ξεκινούσε από το Βέρμιο και περνούσε από τη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα, την Κομοτηνή και τους Κήπους, πριν συνεχιστεί στην Τουρκία, με προορισμούς όπως η Ραιδεστός, η Κωνσταντινούπολη, η Νικομήδεια, η Αμάσεια, η Σαμψούντα, τα Κοτύωρα και η Τρίπολη, με τελικό προορισμό την Τραπεζούντα.
Την ίδια διαδρομή ακολούθησε το 2014, με το ποδήλατό του, και ο Βασίλης Καρυοφυλλίδης. Για 1.800 χιλιόμετρα, ο δρόμος του ήταν η εκπλήρωση μιας προσωπικής υπόσχεσης. Και ο δρόμος αυτός ένωνε συμβολικά δύο τόπους της Παναγίας Σουμελά: εκείνον που δημιούργησαν οι πρόσφυγες στο Βέρμιο και εκείνον που άφησαν πίσω τους στην παλιά πατρίδα.
Από τον Πόντο στην προσφυγιά
Ο ξεριζωμός έφερε μια βαθιά τομή στη ζωή των Ποντίων. Οι άνθρωποι άφησαν πίσω τα σπίτια, τις πόλεις και τα χωριά τους, μαζί με τους ναούς και τα μοναστήρια που αποτελούσαν σημεία αναφοράς της θρησκευτικής τους ζωής. Μαζί τους, όμως, ταξίδεψαν οι εικόνες, τα κειμήλια, οι προσευχές και οι μνήμες.
Η ιστορία της Παναγίας Σουμελά αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεταφοράς.
Το 1931 η εικόνα της Παναγίας Σουμελά και κειμήλια της μονής μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα από τον μοναχό Αμβρόσιο Σουμελιώτη. Για χρόνια φυλάχθηκαν στην Αθήνα, μέχρι να αρχίσει η προσπάθεια για τη δημιουργία ενός νέου προσκυνήματος.
Το 1951, με πρωτοβουλία του Φίλωνα Κτενίδη και τη συμμετοχή Ποντίων προσφύγων, ξεκίνησε η δημιουργία της νέας μονής στο Βέρμιο.

Τον Αύγουστο του 1952 η εικόνα μεταφέρθηκε στη νέα της θέση και η Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο έγινε ένας από τους σημαντικότερους τόπους αναφοράς του ποντιακού ελληνισμού. Έτσι, η πίστη δεν έμεινε πίσω. Πέρασε μαζί με τους ανθρώπους στη νέα πατρίδα.
Η Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο και η μνήμη της πατρίδας
Για τους πρόσφυγες, η Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο δεν ήταν μόνο ένας νέος τόπος λατρείας. Ήταν ένας χώρος όπου μπορούσαν να ξαναβρούν κάτι από την παλιά πατρίδα. Εκεί η προσωπική πίστη συναντούσε τη συλλογική μνήμη.
Ένας άνθρωπος μπορούσε να ανέβει στο Βέρμιο για να προσευχηθεί για την οικογένειά του, να ζητήσει βοήθεια ή να ευχαριστήσει για μια δοκιμασία που ξεπεράστηκε. Την ίδια στιγμή, όμως, βρισκόταν σε έναν τόπο που δημιουργήθηκε από πρόσφυγες και κουβαλούσε τη μνήμη μιας πατρίδας που είχε χαθεί.

Αυτή η συνάντηση του προσωπικού με το συλλογικό είναι ίσως εκείνη που δίνει στο τάμα τη δική του ξεχωριστή θέση στην ιστορία των Ποντίων. Η υπόσχεση μπορεί να αφορά έναν άνθρωπο και τη δική του ζωή, αλλά ο τόπος στον οποίο εκπληρώνεται μπορεί να κουβαλά την ιστορία ολόκληρων γενεών.
Τα τάματα, άλλωστε, περνούσαν συχνά από γενιά σε γενιά μέσα από τις οικογενειακές αφηγήσεις. Μια γιαγιά μιλούσε για ένα προσκύνημα που είχε κάνει, ένας παππούς για μια δύσκολη διαδρομή, μια οικογένεια για ένα τάμα που είχε εκπληρωθεί ύστερα από μια μεγάλη δοκιμασία. Έτσι, η πίστη γινόταν μνήμη και η μνήμη οικογενειακή κληρονομιά.
Στην περίπτωση των Ποντίων, η παράδοση αυτή απέκτησε ακόμη μεγαλύτερο συμβολικό βάρος. Οι άνθρωποι έφυγαν από την πατρίδα, αλλά δεν άφησαν πίσω τους την πίστη τους. Οι ιεροί τόποι άλλαξαν θέση, οι γενιές πέρασαν, όμως η ανάγκη του ανθρώπου να προσεύχεται, να ελπίζει και να ευχαριστεί παρέμεινε ζωντανή.

Από την Παναγία Σουμελά του Πόντου έως την Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο, το τάμα εξακολουθεί να είναι μια υπόσχεση που ενώνει την αγωνία με την ελπίδα και την προσωπική πίστη με τη συλλογική μνήμη. Άλλωστε, κάποια τάματα δεν χωρούν σε ένα κερί ή σε ένα αφιέρωμα. Γίνονται δρόμος. Γίνονται προσκύνημα. Και κάποιες φορές, γίνονται μια γέφυρα ανάμεσα στην πατρίδα που χάθηκε και στην πατρίδα που συνεχίζει να θυμάται.

















