Για περισσότερους από δύο αιώνες, οι Έλληνες της Κριμαίας διατήρησαν τη γλώσσα, την πίστη και την πολιτιστική τους ταυτότητα στις ακτές του Εύξεινου Πόντου. Στις 31 Ιουλίου 1778, όμως, μια απόφαση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας οδήγησε στον μεγάλο ξεριζωμό τους από την περιοχή, σε ένα από τα μεγαλύτερα οργανωμένα μεταναστευτικά εγχειρήματα της εποχής.
Με εντολή της αυτοκράτειρας Αικατερίνης Β’, χιλιάδες Έλληνες και Αρμένιοι χριστιανοί απομακρύνθηκαν από την Κριμαία υπό την επίβλεψη ρωσικών στρατευμάτων. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, περισσότεροι από 31.000 άνθρωποι είχαν μεταφερθεί στις βόρειες ακτές της Αζοφικής Θάλασσας, όπου δημιουργήθηκαν νέοι οικισμοί, με σημαντικότερο τη Μαριούπολη.
Η επίσημη εκδοχή της Ρωσίας παρουσίαζε τη μετακίνηση ως «προστατευτική μετεγκατάσταση» χριστιανικών πληθυσμών υπό τη σκέπη της αυτοκρατορίας. Ωστόσο, οι ιστορικές πηγές δείχνουν ότι επρόκειτο για μια οργανωμένη κρατική επιχείρηση, κατά την οποία η Αγία Πετρούπολη καθόριζε τον σχεδιασμό, τις διαδρομές και τους τόπους εγκατάστασης.
Η ελληνική παρουσία στην Κριμαία είχε ιστορία περισσότερων από δύο χιλιάδων ετών. Οι ελληνικές κοινότητες είχαν επιβιώσει από διαδοχικές αλλαγές εξουσίας και είχαν σημαντικό ρόλο στην οικονομία της περιοχής, καθώς δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο, τη γεωργία, την αμπελουργία, την αλιεία και τις τέχνες.
Οι Έλληνες της Κριμαίας δεν αποτελούσαν μια ενιαία γλωσσική ομάδα. Πολλοί μιλούσαν τα ελληνικά ιδιώματα που είναι γνωστά ως Ρουμέικα, ενώ άλλοι χρησιμοποιούσαν την τουρκική διάλεκτο Ουρούμ, διατηρώντας όμως την ορθόδοξη πίστη και την ελληνική τους ταυτότητα.

Καθοριστικό ρόλο στη μετακίνηση είχε ο μητροπολίτης Ιγνάτιος, ο οποίος διαπραγματεύτηκε με τις ρωσικές Αρχές την παραχώρηση γης, φορολογικών απαλλαγών και αποζημιώσεων για τις περιουσίες που οι κοινότητες άφηναν πίσω τους.
Η πορεία προς τη νέα πατρίδα ήταν δύσκολη. Χιλιάδες άνθρωποι διέσχισαν τη στέπα με άμαξες, αντιμετωπίζοντας ελλείψεις σε τρόφιμα και καταλύματα. Πολλοί δεν κατάφεραν να επιβιώσουν από τις κακουχίες του πρώτου χειμώνα.
Οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν κυρίως στην περιοχή της Αζοφικής Θάλασσας, όπου ίδρυσαν τη Μαριούπολη και 19 γύρω χωριά. Η πόλη εξελίχθηκε σε σημαντικό κέντρο του ελληνισμού, διατηρώντας τη γλώσσα, τα έθιμα και την πολιτιστική κληρονομιά των ανθρώπων που είχαν εκδιωχθεί από την Κριμαία.
Πέντε χρόνια αργότερα, το 1783, η Ρωσία προσάρτησε επίσημα την Κριμαία. Η μετακίνηση του 1778 είχε ήδη αλλάξει τον δημογραφικό χάρτη της περιοχής, ενώ η Μαριούπολη, που δημιουργήθηκε ως καταφύγιο των ξεριζωμένων Ελλήνων, παρέμεινε μέχρι σήμερα ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα του ελληνισμού της Ουκρανίας.
Η ιστορία εκείνων των ανθρώπων θυμίζει ότι πίσω από κάθε πόλη υπάρχουν οι μνήμες, οι απώλειες και οι αγώνες των ανθρώπων που την ίδρυσαν.

















