Ρένια από το Αργυρώ, και η Θεσσαλονίκη η γενέτειρά της. Η Ρένια Λουιζίδου γεννήθηκε σαν σήμερα το 1966 (το λέει η ίδια), και ανήκει στην πρώτη γραμμή των ηθοποιών στην χώρα μας. Έχει κάνει κυρίως επιτυχίες, και δη διαχρονικές. Παρ’ όλα αυτά γνωρίζει τα προβλήματα του χώρου – και ειδικά του να μεγαλώνει κανείς, και δεν ήταν το κοριτσάκι που ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός.
Αυτό προέκυψε στην πορεία, αφού είχε προηγηθεί μια άλλη επαγγελματική επανάσταση στην οικογένεια.
Συνδέθηκε με την έκρηξη της ιδιωτικής τηλεόρασης, πέρασε όλα τα καλά και τα άσχημα εκείνης της εποχής, ενώ στα εκτός επαγγελματικών, έζησε και ζει μια ήρεμη έως ευτυχισμένη ζωή. Και εκτός από την πολυπλοκότητα του ταλέντου της, έχει και τη φήμη της γουρλούς. Και όπως φαίνεται, από τα γεγονότα, δικαίως την έχει. Αλλά είναι και αποδεδειγμένα ταλαντούχα, αληθινή και αγαπητή στον κόσμο. Άρα όλα μαζί φέρνουν την επιτυχία και την καλοτυχία.

Η πρώτη επανάσταση
«Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1966 από μαμά δασκάλα και μπαμπά δικηγόρο. Στο σπίτι μας, εκτός από ένα μεγάλο ποσοστό καθαρεύουσας λόγω του μπαμπά, το χαρακτήρα τον έδινε η μαμά, έχω το δασκαλίκι πάνω μου. Ήμασταν μια μεσοαστική οικογένεια που το «σπουδάζουμε, μορφωνόμαστε, διαβάζουμε» ήταν πέρα από κάθε συζήτηση. Με το υστέρημά τους έστειλαν τον αδελφό μου κι εμένα στο Ανατόλια, πίστευαν ακράδαντα ότι η μόρφωση διαφοροποιεί τον άνθρωπο και καθορίζει την πορεία του στη ζωή», είχε πει σε συνέντευξή της η ηθοποιός.
Όπως είχε πει, πέρασε καλά παιδικά και εφηβικά χρόνια και η οικογένειά της ήταν μεν των τεχνών και του θεάτρου, αλλά μέχρι εκεί. Ούτε καν υπήρχε στο μυαλό της το θέατρο ως δουλειά.
Επίσης είχε αρκετή ελευθερία από την οικογένειά της, σε σχέση με τα άλλα παιδιά της εποχής. Και εδώ έχουμε την πρώτη επανάστασή της: Δεν δίνει για τη Νομική, που ήθελε ο πατέρας της για να συνεχίσει τη δουλειά του, αλλά στη Φιλοσοφική, όπου και πέρασε καθώς ήταν πολύ καλή μαθήτρια. Μόνο που: «Τότε έπαθα το μεγαλύτερο ταρακούνημα της ζωής μου. Είχα έναν στόχο που τον έφτασα, και είπα “και τώρα τι; Τι θα γίνω;”. Αν και το αντικείμενο με ενδιέφερε πολύ, δεν μπορούσα να σκεφτώ τι θα έκανα επαγγελματικά ‒ είχα σκεφτεί και τη Θεατρολογία, κάτι θεωρητικό», είχε εξομολογηθεί σε συνέντευξή της.

Την ίδια περίοδο η κολλητή της φίλη σκέφτοταν να δώσει εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ. Η Λουιζίδου αποφασίζει να την στηρίξει και δίνουν μαζί εξετάσεις. Το πρώτο οξύμωρο που συνέβη ήταν πως ενώ οι διαγωνιζόμενοι έπρεπε να δώσουν έναν μονόλογο, οι δυο τους έκαναν ένα ντουέτο. Το δεύτερο οξύμωρο ήταν ότι εκείνη τη χρονιά πέρασε η Λουιζίδου, ενώ η φίλη της την επόμενη χρονιά.
Αρχικά όταν πήγε στην σχολή ήταν αμήχανη. Όμως όσο περνούσε ο καιρός τόσο άρχισε να αγαπάει την υποκριτική. Αν και, όπως έχει εξομολογηθεί, την πρώτη της δεκαετία στο χώρο αναρωτιόταν αν ανήκει σ’ αυτόν.
Η λάθος ακρόαση
Τελειώνει αριστούχα, και σύμφωνα με τα τότε καταστατικά θα μπορούσε να προσληφθεί στο ΚΘΒΕ. Όμως εκείνη την περίοδο είχε γίνει διαμάχη μεταξύ του τότε διευθυντή Μίνου Βολανάκη και του ΔΣ του οργανισμού. Και τότε διαβάζει για μια οντισιόν που έκανε η Ξένια Καλογεροπούλου. Κατεβαίνει Αθήνα με το τρένο, και όταν φτάνει διαπιστώνει ότι η ακρόαση ήταν για αγόρι! Παρ’ όλα αυτά η Καλογεροπούλου (η «μάνα του ελληνικού θεάτρου», όπως την αποκαλεί η ηθοποιός) άκουσε τη νεαρή, παρουσία μάλιστα του συζύγου της, του μεταφραστή Κωστή Σκαλιόρα.
Η Λουιζίδου σε συνέντευξή της είχε πει ότι ήταν πολύ χαλιά σε αυτή την οντισιόν. Κάτι που φάνηκε να μην ισχύει, γιατί λίγους μήνες μετά και ενώ είχε γυρίσει στη Θεσσαλονίκη, της τηλεφώνησε η Καλογεροπούλου για να την ρωτήσει αν ενδιαφέρεται να παίξει σε μια επιθεώρηση που ετοίμαζε τότε ο Σταμάτης Φασουλής για το Θέατρο Παρκ.
Ήταν το Ο χορός του Ο-ζαλόγκου (ο τίτλος παρέπεμπε στη συμφωνία Ανδρέα Παπανδρέου – Τουργκούτ Οζάλ, που λίγους μήνες πριν είχαν υπογράψει τη «Διαδικασία του Νταβός», στην Ελβετία).
Η Λουζίδου κατέβηκε ξανά στην πρωτεύουσα και μάλιστα ήταν σε ένα νούμερο στο οποίο αρχικά ήταν να παίξει ο ίδιος ο Φασουλής, όμως άλλαξε γνώμη και έπαιξε ο Γιάννης Μπέζος. «Εάν δεν ήταν ο Γιάννης Μπέζος στην πρώτη μου παράσταση να με στηρίξει, ίσως να μην τα κατάφερνα» έχει πει η ηθοποιός σε πρόσφατη συνέντευξή της.
Αποφασίζει να μείνει στην Αθήνα. Και το επόμενο καλοκαίρι ήταν πάλι στο ίδιο θέατρο στην επιθεώρηση Για μια τρελλάδα νέα, όπου προκάλεσε αίσθηση υποδυόμενη, μεταξύ άλλων, μια φανατική οπαδό του ΠΑΣΟΚ. Είναι νέα, όμορφη, «τα λέει», και έχει ταλέντο και στην κωμωδία. Κάτι που δεν ήταν τότε συνηθισμένο, για νέες και ωραίες.
Και ιστορία οι παρέες
Στην πρώτη της παράσταση γνωρίστηκε και έγινε φίλη με τη Δήμητρα Παπαδοπούλου που της είχε πει ότι γράφει μια σειρά. Τελικά η σειρά ήταν οι «Απαράδεκτοι», που έκαναν πρεμιέρα στο Mega το φθινόπωρο του 1991. «Άνθρωποι που ήταν τότε αγέννητοι με σταματάνε στο δρόμο και μου λένε “θυμόμαστε εκείνη την ατάκα σας”. Και μου φαίνεται πολύ ωραίο, σαν οι “Απαράδεκτοι” να κάνουν δεύτερη καριέρα στην πιτσιρικαρία», είχε πει σε συνέντευξή της.
Το παρατσούκλι που είχε στη σειρά, το «αστροπελέκι», της το είχε κολλήσει ο Γιάννης Μπέζος αν και η ίδια είχε πει πως έκανε πολλά χρόνια να το ξεπεράσει που την φώναζαν έτσι έξω.
Η ίδια θυμάται με νοσταλγία εκείνα τα χρόνια. Μάλιστα θυμάται το παρακάτω περιστατικό: «Θυμάμαι το επεισόδιο με την ποιήτρια, που ήταν η Βάνα Παρθενιάδου, και μας διάβαζε ποιήματα κι έπρεπε εμείς να κάνουμε τους αναίσθητους που ήμασταν και να τρώμε με τα χέρια σουβλάκια. Δεν ήξερα ότι πρέπει να φυλαχτώ, οπότε με τον Βλάσση πεινούσαμε και πήγαμε και φάγαμε πριν. Ξεκινάμε μετά το γύρισμα και μας πιάνουν καμιά εικοσαριά φορές τα γέλια. Και σταματάμε και ξαναπάμε από την αρχή, με αποτέλεσμα να φάμε καμιά εικοσαριά φορές με βουλιμία σουβλάκια και να καταλήξει σε εμετό αυτό το πράγμα. Έλεγα θα πεθάνω τρώγοντας σουβλάκια». Από τότε πήρε το μάθημά της, και όποτε έχει γύρισμα φαγητού, δεν τρώει από πριν.

Και μπορεί σήμερα η σειρά να θεωρείται κλασική, αλλά στη δεκαετία του ’90, που ακολούθησαν και άλλες τηλεοπτικές επιτυχίες, υπήρχε μια απαξίωση από κριτικούς και μερικούς ανθρώπους του χώρου, που τους θεωρούσαν «τηλεοπτικούς». Τέλος, συμφωνεί με την απόφαση της Παπαδοπούλου να μην γίνει τηλεοπτικό reunion της σειράς, θα λείπει ο Βλάσσης Μπονάτσος.
Μια γυναίκα μπορεί
Kαι μπορεί όπως είπαμε να έχει καταχωριστεί ως κωμική ηθοποιός, όμως η ίδια τα κατάφερε και σε δραματικούς ρόλους κλασικού και μοντέρνου ρεπερτορίου. Άλλωστε έχει δηλώσει επανειλημμένως ότι απεχθάνεται την τυποποίηση. Επίσης, αν και ανήκει στην πρώτη γραμμή των ηθοποιών, δεν κρύβει ότι αισθάνεται τον ηλικιακό ρατσισμό ακόμα και μέσα από το χώρο. «Όταν βγήκα εγώ στη δουλειά υπήρχε γεροντολαγνία, έπρεπε να γίνεις 60 για να σε πουν συνάδελφο, στην πορεία πάθαμε νεολαγνία, πέσαμε στον έρωτα του όποιος είναι νέος έχει υποχρεωτικά κάτι να πει» έχει πει, ενώ δεν κρύβει την ενόχλησή της όταν την ρωτάνε για την ηλικία γυναικών συναδέλφων της.

«Ποτέ δεν έκρυψα την ηλικία μου ή τα κιλά μου. Αλλά μετά τα 50 το να δίνεις συνεντεύξεις και να σε ρωτάνε αν έχεις κάνει πλαστική κι αν σε ενοχλεί που μεγαλώνεις, με ενοχλεί υπαρξιακά. Δεν κρύβω την ηλικία μου, κάποιες μικροεπεμβάσεις τις έχω κάνει, αλλά γιατί δεν ρωτάτε έναν άντρα πώς είναι μετά τα 50; Μόνο γυναίκες. Σαν να υπάρχει ένας ρατσισμός με τις ηλικίες», είχε πει. Ενώ δεν είχε διστάσει να πει δημόσια πως «Υπάρχει ένα ταμπού. Η κοινωνία μια γυναίκα σε εμμηνόπαυση την θεωρεί προϊόν που έληξε στο σουπερμάρκετ. Υποστηρίζοντας η μία την άλλη, θα πρέπει να πάρουμε τα πράγματα πιο ψύχραιμα και να εμφανιστούμε όπως αυτό που πραγματικά είμαστε».

Οι ισορροπίες και οι ευθύνες
Είναι παντρεμένη περίπου 30 χρόνια με τον οικονομολόγο Θάνο Κωνσταντάκη. «Στον Θάνο αγαπώ τη χαλαρότητά του, την απόλυτη αίσθηση εμπιστοσύνης και αφοσίωσης που έχει σε εμένα που φτάνει στο σημείο να με υποστηρίζει ακόμη και όταν παραλογίζομαι, και το ότι με αγαπάει για αυτό που είμαι», είχε πει η ηθοποιός για τον σύζυγό της, τον οποίο γνώρισε τυχαία ένα Πάσχα στη Σίφνο.
Το ζευγάρι έχει ένα γιο, τον Βίκτωρα. Φυσικά και οι δύο άντρες της ζωής της είναι εκτός χώρου.
Λίγο μετά τον εγκλεισμό λόγω Covid-19 η ηθοποιός είχε πει σε συνέντευξή της: «Ο γιος μου το 2018 έδινε εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, κι εγώ ως μάνα τού έλεγα για να τον παρηγορήσω ότι τα φοιτητικά χρόνια είναι τα καλύτερα. Πέρασε, έκανε έναν χρόνο στο πανεπιστήμιο και τα υπόλοιπα μέσα στο σπίτι. Φυσικά και μου το χτύπησε. Και είχε δίκιο, γιατί είμαστε υπόλογοι στη νέα γενιά. Δηλαδή, από το 2010 που άρχισε η οικονομική κρίση και είπαμε να ορθοποδήσουμε λίγο, ήρθε ο Covid, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ενεργειακή κρίση, ούτε θυμάμαι πόσα χρόνια έχουμε να ζήσουμε χωρίς μέτρα –μα οικονομικά, μα υγειονομικά, μα ενεργειακά–, οπότε εστιάζω στο να περάσω καλά το σήμερα, να είμαι δημιουργική, χαρούμενη, υγιής και σχεδιάζω μέχρι και αύριο. Ως εκεί είναι η προοπτική».
Δεν έχει κρύψει επίσης ότι η οικογένεια την βοήθησε στο να μην την «απορροφήσει νευρασθενικά το θέατρο», όπως έχει πει, αλλά και να έχει έναν άλλο πυρήνα ενδιαφέροντος εκτός από τον εαυτό της.

Οι καλές φήμες
Το 2003 πρωταγωνίστησε στο «Καφέ της χαράς». Μια σειρά που αρχικά κράτησε τρεις σεζόν και επανήλθε το 2020 με νέα επεισόδια για άλλες δύο. Φυσικά από τότε σχεδόν καθημερινά προβάλλεται σε επανάληψη. Πολλά χρόνια μετά ομολόγησε ότι στα παρασκήνια των γυρισμάτων κόλλησε ένα μικρόβιο και παραλίγο να κινδυνέψει η ζωή της.
«Γυρίζαμε με καύσωνα και ενώ ήμουν από το γύρισμα πολύ άσχημα. Νομίζαμε πως ήταν θερμοπληξία και για αρκετές κρίσιμες ώρες αντιμετωπίστηκε σαν θερμοπληξία ενώ δεν ήταν. Ήταν σηψαιμικό σοκ, για 48 ώρες», είχε πει.

Η σειρά γνώρισε τεράστια επιτυχία από το πρώτο της επεισόδιο. Λίγο μετά την πρεμιέρα, 2003, προβλήθηκε η ταινία του Τάσου Μπουλμέτη Πολίτικη κουζίνα, που όχι απλώς έκανε ρεκόρ εισιτηρίων, αλλά μαζί με το Safe sex έγιναν οι δυο πιο πετυχημένες εμπορικά ελληνικές ταινίες.
Τι κοινό έχουν; Τη Ρένια Λουιζίδου.
Αυτό, σε συνδυασμό με το «Καφέ της Χαράς», έκανε την θεατρική πιάτσα να αποκαλεί την ηθοποιό «γουρλού». Από τότε αυτός ο μύθος την κυνηγάει. Κοιτώντας τις δουλειές της από τότε που κυκλοφόρησε η παραπάνω φήμη, διαπιστώνει ότι μόνο μία σειρά στην οποία πρωταγωνιστούσε κόπηκε, και αυτό λόγω οικονομικών θεμάτων («Το αμάρτημα της μητρός μου»).

«Δεν ξέρω από πού έχει προκύψει αυτή η φήμη, αλλά ευχαρίστως τον υιοθετώ, τον δέχομαι αυτό τον τίτλο. Παλιά ήμουν πιο ενοχική, ντρεπόμουν. Αλλά τώρα όταν μου το λένε λέω “ευχαριστώ”», είχε πει πρόσφατα gia το θέμα της καλοτυχίας της.

Η Ρένια Λουιζίδου ζει μια γήινη πραγματικότητα, δεν βλέπει ποτέ πάνω από μια φορά τον εαυτό της στις σειρές και χαίρεται τη ζωή και την οικογένειά της. Απεχθάνεται την τοξικότητα των social media, έχει μιλήσει ανοιχτά για δύο αποβολές που είχε πριν από τη γέννηση του γιου της, ενώ έχει αποκαλύψει πως η χειρότερη στιγμή της ζωής της ήταν το 1989 όταν πέθανε ο πατέρας της και το βράδυ έπαιζε σε κωμωδία.
Επίσης έχει αποκαλύψει: «Και με 40 πυρετό έχω παίξει με τον Βαλτινό σ’ ένα έργο που λεγόταν “Εκτός ελέγχου”. Και γύριζε η σκηνή, τα φώτα, δεν ήξερα πού βρισκόμουν και πού πατούσα. Και αισθάνθηκα ντροπή για τους ανθρώπους που με έβλεπαν από κάτω. Ήμουν εγώ “εκτός ελέγχου”».

Όσο για την ετικέτα της «γουρλούς»; Φέτος συνεχίζει στο θέατρο για 5η σεζόν το Sexy Laundry με τον Σπύρο Παπαδόπουλο (τώρα είναι σε περιοδεία), η τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση και δη σε δραματικό ρόλο στην Τελευταία κλήση (που ήταν συγκλονιστική) έγινε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, ενώ στην τηλεόραση η επιστροφή της σειράς «Το σόι σου» συνεχίζεται και την επόμενη σεζόν. Και όχι μόνο αυτά αλλά η σειρά «Φόνοι στο καμπαναριό» που είχε προβληθεί προ τριετίας, επανέρχεται με νέα επεισόδια. Είναι να μην πιστεύεις μετά;
Σπύρος Δευτεραίος
















