Η φωτιά στο Σισμανόγλειο έφερε ξανά στην επικαιρότητα το όνομα ενός από τα μεγαλύτερα δημόσια νοσοκομεία της Αθήνας, στο Μαρούσι. Πίσω από αυτό όμως, βρίσκεται μια ιστορία που ξεκινά πολύ μακριά από την Αθήνα: στη Χαλκηδόνα, το σημερινό Καντίκιοϊ, στην ασιατική πλευρά της Κωνσταντινούπολης.
Εκεί γεννήθηκαν τα αδέλφια Κωνσταντίνος και Αναστάσιος Σισμάνογλου, μέλη μιας από τις σημαντικότερες οικογένειες Ρωμιών ευεργετών του ελληνισμού, οι οποίοι άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα τόσο στην Πόλη όσο και στην Ελλάδα.
Οι Σισμάνογλου είχαν τις ρίζες τους στη Νίγδη της Καππαδοκίας, όμως ο πατέρας τους, Ιωάννης Σισμάνογλου, εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου δημιούργησε μια από τις ισχυρότερες εμπορικές και τραπεζικές επιχειρήσεις της εποχής. Υπήρξε μέλος της Επιτροπής Τραπεζιτών για το φόρο της δεκάτης και αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγάλους ευεργέτες του ελληνισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Με τη σύζυγό του Αικατερίνη Κουπεντζόγλου απέκτησε τρεις γιους –τον Αναστάσιο, τον Κωνσταντίνο και τον Αλέξανδρο– και μία κόρη. Τα παιδιά στη Χαλκηδόνα και μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον όπου η επιχειρηματική επιτυχία συμβάδιζε με την κοινωνική προσφορά. Ο Ιωάννης Σισμάνογλου υπήρξε μέγας ευεργέτης της Μεγάλης του Γένους Σχολής, ενώ ενίσχυσε οικονομικά και την Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα της Άγκυρας.
Έτσι, όταν ήρθε η ώρα ο Αναστάσιος και ο Κωνσταντίνος συνέχισαν το έργο του πατέρα τους. Χρηματοδότησαν σχολεία, συλλόγους και ιδρύματα του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, στήριξαν Έλληνες φοιτητές και άπορους ομογενείς, ενώ αργότερα δώρισαν το πατρικό τους μέγαρο στο ελληνικό Δημόσιο,.
Σήμερα είναι γνωστό ως Μέγαρο Σισμάνογλου στην Ιστικλάλ και στεγάζει το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας.
Οι πρόσφυγες του ’22 και η μεγάλη δωρεά
Η Μικρασιατική Καταστροφή άλλαξε και τη δική τους πορεία – όμως, οι Σισμάνογλου αφιέρωσαν σημαντικό μέρος της περιουσίας τους στην ανακούφιση των ξεριζωμένων.
Διέθεσαν το ξενοδοχείο τους στην Καβάλα για τη φιλοξενία προσφύγων και στη συνέχεια δώρισαν το μεγάλο τσιφλίκι τους σε περίπου 300 προσφυγικές οικογένειες, καλύπτοντας ακόμη και τα έξοδα εγκατάστασής τους.
Παράλληλα συνέχισαν να χρηματοδοτούν κοινωφελή έργα, έχοντας ως σταθερή αρχή ότι η περιουσία όφειλε να επιστρέφει στην κοινωνία.
Η τραγωδία που έγινε ελπίδα
Η μεγαλύτερη δωρεά τους ωστόσο, γεννήθηκε μέσα από τον πόνο. Η φυματίωση, η μεγάλη μάστιγα των αρχών του 20ού αιώνα, χτύπησε σκληρά το σπίτι τους. Δύο γιοι και η κόρη του Ιωάννη και της Αικατερίνης Σισμάνογλου πέθαναν από τη νόσο.
Τελευταίος έφυγε ο πρωτότοκος Αναστάσιος, ο οποίος λίγο πριν πεθάνει ζήτησε από τον αδελφό του Κωνσταντίνο να δημιουργήσει ένα ακόμη θεραπευτήριο για τη φυματίωση. Εκείνη την εποχή λειτουργούσε μόνο το «Σωτηρία».
Ο Κωνσταντίνος θεώρησε αυτή την επιθυμία προσωπική του αποστολή.
Στις 6 Δεκεμβρίου 1936 θεμελίωσε στις παρυφές της Πεντέλης το Φυματιολογικό Ίδρυμα Αττικής, διαθέτοντας 200.000 χρυσές λίρες για την ανέγερσή του. Το κτήριο σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Γιώργος Οικονομίδης και επέβλεψε ο Πάνος Μανουηλίδης, δημιουργώντας ένα από τα πλέον σύγχρονα θεραπευτήρια της Ευρώπης για την εποχή του.
Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιήθηκε ως γενικό νοσοκομείο. Το 1946 επανήλθε στον αντιφυματικό του ρόλο, ενώ από το 1985 εντάχθηκε στο Εθνικό Σύστημα Υγείας ως Γενικό Νοσοκομείο Αττικής «Σισμανόγλειο».
Δεν ήταν όμως το μοναδικό τους έργο. Οι Σισμάνογλου ίδρυσαν και δεύτερο αντιφυματικό ίδρυμα, το Σισμανόγλειο Κομοτηνής, αποδεικνύοντας ότι η μάχη απέναντι στη φυματίωση είχε γίνει προσωπική τους υπόθεση.

Σήμερα, στη στήλη της προτομής του Κωνσταντίνου Σισμάνογλου (Χαλκηδόνα 1857 – Αθήνα 1951) που υπάρχει στον περίβολο του νοσοκομείου που δημιούργησε αναγράφεται μια φράση που συμπυκνώνει τη φιλοσοφία της οικογένειάς του:
«Από την κοινωνία τ’ αποκτήσαμε, στην κοινωνία οφείλουμε να τ’ αποδώσουμε».
















