Δεν θυμούνταν πάντα την ημέρα. Θυμούνταν όμως τη νύχτα. Τη νύχτα που το καράβι έδεσε στο λιμάνι. Τη νύχτα που πάτησαν τη στεριά της μητέρας πατρίδας, της Ελλάδας, που όμως τους ήταν άγνωστη. Τη νύχτα που κατάλαβαν ότι ο Πόντος είχε μείνει πίσω για πάντα.
Για εκατοντάδες χιλιάδες Πόντιους πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελλάδα από το 1919 έως και τα χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η πρώτη νύχτα στη νέα πατρίδα ήταν μια εμπειρία ανάμεσα στην ανακούφιση και την απόγνωση.
Είχαν σωθεί από τις διώξεις, τις πορείες θανάτου και την αβεβαιότητα. Όμως δεν γνώριζαν τι τους περίμενε την επόμενη ημέρα.
Η βόρεια Ελλάδα υποδέχεται το μεγαλύτερο κύμα προσφύγων
Τα πλοία κατέφθαναν κατά κύματα στη Θεσσαλονίκη, στην Καλαμαριά, στην Καβάλα και σε άλλα λιμάνια της βόρειας Ελλάδας. Άνθρωποι εξαντλημένοι από το ταξίδι, άρρωστοι, πεινασμένοι και συχνά έχοντας χάσει συγγενείς καθ’ οδόν, αποβιβάζονταν κρατώντας λίγα υπάρχοντα: μια εικόνα, ένα σεντούκι, ένα οικογενειακό κειμήλιο.
Πολλοί είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους πιστεύοντας ότι η αναχώρηση θα ήταν προσωρινή.
Είχαν πάρει μαζί τους τα κλειδιά της εξώπορτας και τα είχαν φυλάξει σε ασφαλές μέρος στα πράγματά τους. Δεν έπρεπε να τα χάσουν. Πώς αλλιώς θα επέστρεφαν;
Κανείς δεν φανταζόταν ότι η επιστροφή δεν θα ερχόταν ποτέ…
Οι αφηγήσεις της πρώτης γενιάς περιγράφουν εικόνες που επαναλαμβάνονται σχεδόν παντού: γυναίκες να ψάχνουν νερό για τα παιδιά τους, ηλικιωμένους να κοιμούνται πάνω σε αποσκευές και οικογένειες να αγκαλιάζονται σιωπηλά, κοιτώντας τη θάλασσα από την οποία είχαν έρθει.
Μια νύχτα σε αποθήκες, σχολεία και σκηνές
Η Ελλάδα του 1922 δεν ήταν προετοιμασμένη να δεχτεί τόσο μεγάλο αριθμό προσφύγων. Οι νεοαφιχθέντες στεγάζονταν προσωρινά όπου υπήρχε διαθέσιμος χώρος: σε αποθήκες, στρατώνες, σχολεία, εκκλησίες ή πρόχειρους καταυλισμούς.
Η πρώτη νύχτα συχνά περνούσε πάνω σε σανίδια, στο χώμα ή κάτω από αυτοσχέδια καλύμματα. Η κούραση ήταν τέτοια ώστε πολλοί αποκοιμιούνταν αμέσως. Άλλοι, όμως, έμεναν ξάγρυπνοι.
Δεν έκλαιγαν μόνο για όσους είχαν χαθεί. Έκλαιγαν για τα σπίτια που άφησαν πίσω, για τις εκκλησίες των χωριών τους, για τα μνήματα των προγόνων τους. Και κυρίως για την αβεβαιότητα. «Πού θα μας πάνε;» ήταν το ερώτημα που κυριαρχούσε.
Η Μακεδονία και η Θράκη γίνονται νέα πατρίδα
Στα επόμενα χρόνια, το μεγαλύτερο μέρος των Ποντίων προσφύγων εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία και τη Θράκη. Μέχρι το 1926 είχαν αποκατασταθεί μέσω της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων περισσότερες από 116.000 οικογένειες στη Μακεδονία και περίπου 16.600 στη Θράκη.
Όμως εκείνη την πρώτη νύχτα κανείς δεν γνώριζε σε ποιο χωριό ή σε ποια πόλη θα κατέληγε.
Άλλοι βρέθηκαν σε εγκαταλελειμμένα σπίτια που είχαν αφήσει μουσουλμάνοι κάτοικοι μετά την Ανταλλαγή πληθυσμών. Άλλοι δημιούργησαν από την αρχή νέους οικισμούς, οι οποίοι αργότερα πήραν ονόματα που θύμιζαν τις χαμένες πατρίδες: Νέα Τραπεζούντα (Πιερία), Νέα Σάντα (Κιλκίς), Νέα Αμισός (Ξάνθη), Νέος Καύκασος (Φλώρινα).
Η νέα ζωή ξεκινούσε από το μηδέν.
Είχαν σωθεί…
Παρά τη φτώχεια και τις στερήσεις, πολλές μαρτυρίες καταγράφουν και ένα δεύτερο συναίσθημα: την ανακούφιση.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια φόβου, δεν υπήρχαν στρατιώτες να χτυπούν την πόρτα μέσα στη νύχτα. Δεν υπήρχε η αγωνία της εκτόπισης. Δεν υπήρχε ο φόβος ότι το ξημέρωμα θα έφερνε άλλη μια πορεία προς το άγνωστο.
Η πρώτη νύχτα στην Ελλάδα ήταν δύσκολη, αλλά ήταν και η πρώτη νύχτα ασφάλειας.
Αυτό εξηγεί γιατί πολλοί πρόσφυγες, δεκαετίες αργότερα, όταν διηγούνταν την ιστορία τους στα παιδιά και στα εγγόνια τους, μιλούσαν με δάκρυα για την απώλεια, αλλά και με ευγνωμοσύνη για τη σωτηρία.
Κανείς δεν ξεχνά
Σχεδόν έναν αιώνα μετά, οι απόγονοι εκείνων των προσφύγων εξακολουθούν να ακούν τις ίδιες ιστορίες γύρω από το οικογενειακό τραπέζι.
Την ιστορία της γιαγιάς που κοιμήθηκε πάνω σε ένα σεντούκι στην Καλαμαριά. Του παππού που κρατούσε σφιχτά το κλειδί του σπιτιού του στην Τραπεζούντα πιστεύοντας ότι σύντομα θα επέστρεφε. Του παιδιού που ξύπνησε το επόμενο πρωί και είδε για πρώτη φορά τη νέα του πατρίδα.
Η πρώτη νύχτα στην Ελλάδα ήταν η στιγμή που ένας λαός έκλεινε πίσω του μια ιστορία αιώνων στον Πόντο και άνοιγε, με πόνο αλλά και ελπίδα, ένα νέο κεφάλαιο στη Μακεδονία και τη Θράκη, γράφοντας παράλληλα μια νέα σελίδα στην ιστορία της πατρίδας μας.
















