Η Συλλογή Ελληνικών Ενδυμασιών «Βικτώρια Γ. Καρέλια» αφορά αυθεντικές ολοκληρωμένες φορεσιές αγροτικού και αστικού τύπου της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, που φορέθηκαν από τα τέλη του 18ου έως και τον 20ό αιώνα.
Η συλλογή αποτελείται από εξαίρετα δείγματα οικοτεχνίας και εργαστηριακής παραγωγής, που αναδεικνύουν το κάλλος και τη φινέτσα της αγροτικής και αστικής μας προβιομηχανικής κοινωνίας.
Στεγάζεται στο νεοκλασικό κτήριο του Λυκείου Ελληνίδων Καλαμάτας (εις το εξής ΛΕΚ) στο ιστορικό κέντρο της Καλαμάτας, επί της οδού Σταδίου.

Είναι η πληρέστερη συλλογή ελληνικών ενδυμασιών η οποία περιλαμβάνει εκτός από έναν μεγάλο αριθμό ανδρικών και γυναικείων φορεσιών και έναν αξιόλογο αριθμό μεμονωμένων ενδυματολογικών εξαρτημάτων. Σε αυτά συγκαταλέγονται οι ομάδες με τους χρυσοκέντητους επενδύτες, με τα χρυσοΰφαντα ανατολίτικα καβάδια, αλλά και τα κοσμήματα τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν από μόνα τους αυτοτελή εκθέματα.


Στα τέλη του Μαρτίου μια μικρή ομάδα Ποντίων χορευτών βρέθηκε έξω από το νεοκλασικό κτήριο του ΛΕΚ με εμφανείς τις επιρροές του μεγάλου αρχιτέκτονα Τσίλερ. Πατήσαμε το κουδούνι στην είσοδο με την ελπίδα να μας ανοίξει κάποιος. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα που κράτησαν αιώνες για εμάς, αφού ψάχναμε εναγωνίως στα κινητά μας για τις ώρες λειτουργίας του μουσείου, μας απάντησε μια αντρική φωνή.
«Είμαστε χορευτές ποντιακού συγκροτήματος από την Μακεδονία. Ήρθαμε να σας πούμε μια καλημέρα και να δούμε επιτέλους από κοντά την συλλογή με τις παραδοσιακές φορεσιές» είπαμε!
«Ωωωωω! Καλημέρα, καλωσήλθατε» ακούσαμε ενθουσιώδεις φωνές από το ηχειάκι του θυροτηλεφώνου.

Σε λίγα δευτερόλεπτα ο Στέλιος, ποντιακής καταγωγής όπως μας δήλωσε με καμάρι, η Μαρίνα και η Σταυρούλα, άνθρωποι του μουσείου και χορευτές στο ΛΕΚ συγχρόνως, μας επιφύλαξαν θερμή «συναδελφική» υποδοχή, και άρχισαν να μας ξεναγούν στο πανέμορφα ανακαινισμένο για τις ανάγκες ενός σύγχρονου μουσείου νεοκλασικό κτήριο, με τον λειτουργικότατο αρχιτεκτονικό σχεδιασμό – δωρεά του Δήμου Καλαμάτας στο ΛΕΚ για να φιλοξενήσει την πολύτιμη συλλογή του, την οποία απέκτησε από δωρεά της επίτιμης προέδρου του κ. Βικτώριας Γ. Καρέλια.

Είναι αξιοθαύμαστο πως οι άνθρωποι από διαφορετικές περιοχές της χώρας μας δημιουργούσαν ανάλογα με αυτά που τους παρείχε το περιβάλλον τους και σύμφωνα με την κοινωνική τους θέση, μεταποιητικά προϊόντα, ρούχα που εξέφραζαν το αξιακό τους σύστημα, την αισθητική αλλά και τις ανάγκες τους. Έτσι στον ίδιο χώρο στεγάζονται μεταξωτά, χρυσοκέντητα, βελούδινα ενδύματα, με τσόχινα και χοντρά μάλλινα αργαλίσια υφαντά.

Δύο κόσμοι, ο αγροκτηνοτροφικός και ο πιο προνομιούχος εμπορικός, συνυπάρχουν όπως παλιά ο ένας δίπλα στον άλλον κι όταν σβήνουν τα φώτα και κλείνει το μουσείο σε ένα φανταστικό σενάριο, η φορεσιά του Σαρακατσάνου ποιμένα με το μάλλινο σεγκούνι ξεπηδάει από τη βιτρίνα και τρέχει στον διάδρομο για να συναντήσει την κόρη του καπετάνιου από το Καστελόριζο με το χρυσοκέντητο βελούδινο πανωφόρι!

«Οραματιζόμαστε έναν εκθεσιακό χώρο σε διαρκή κίνηση και διάλογο με την επιστήμη, την τέχνη, τους επισκέπτες, τη λυκειακή και μουσειακή κοινότητα. Οραματιζόμαστε έναν ζωντανό οργανισμό, ενταγμένο στον κοινωνικό και πολιτιστικό ιστό της πόλης, και ταυτόχρονα ανοιχτό σε ολόκληρη την Ελλάδα και τον κόσμο της παράδοσης των λαών. Οραματιζόμαστε νέες οπτικές, μέσα από τις οποίες θα μπορεί κανείς να προσεγγίσει την ελληνική ενδυμασία, για να φτάσει στον πυρήνα της, που είναι η ακάματη μετατροπή του εσωτερικού κόσμου του λαού μας σε φως»1, είπε η εμπνεύστρια του όλου εγχειρήματος Βικτώρια Καρέλια και ο χρόνος την δικαιώνει απόλυτα. Ό,τι οραματίστηκε η ιδρύτρια, εμείς σαν επισκέπτες έχουμε την χαρά να το βλέπουμε ολοζώντανο μπροστά μας.

Από την υπέροχη συλλογή των ελληνικών φορεσιών έλειπε η ποντιακή γυναικεία και ανδρική φορεσιά, έλειπαν οι ζουπούνες και οι ζίπκες και ήταν σαν να λείπει το σκόρδο από την σκορδαλιά όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ένας εξ ημών σε ιδιωτική μας συζήτηση.
Σε ερώτησή μας σχετικά με την απουσία του ποντιακού στοιχείου από την έκθεση, οι άνθρωποι του μουσείου μας εξήγησαν πως δυστυχώς, όπως συμβαίνει και με την κρητική αλλά και την μανιάτικη γυναικεία φορεσιά, δεν βρήκαν κάποιο αυθεντικό ολοκληρωμένο δείγμα από τον ποντιακό χώρο και αυτό είναι απολύτως αναμενόμενο όπως σημείωσαν γιατί οι Πόντιοι έφυγαν κυνηγημένοι από την πατρίδα. Ωστόσο πιστεύουμε πως κάποιος σύλλογος ή ιδιώτης θα μπορούσε να δωρίσει σε αυτήν την έκθεση-κόσμημα για την ιστορία της ελληνικής ένδυσης, μια ολοκληρωμένη αυθεντική ποντιακή φορεσιά για να υπάρχει εκπροσώπηση της κοινότητάς μας ανάμεσα στις υπόλοιπες ελληνικές κοινότητες. Η ποντιακή παρουσία σε αυτόν τον χώρο που τιμάει την ελληνική παράδοση, πολιτισμό και ιστορία, είναι εκ των ων ουκ άνευ, προκειμένου να ολοκληρωθεί η συλλογή.

Η όμορφη εμπειρία μας στο μουσείο έκλεισε με συζήτηση για τους χορούς (μεταξύ χορευτών ποια άλλη συζήτηση να είχε άραγε προτεραιότητα)! Ρωτήσαμε εάν χορεύουν ποντιακούς χορούς και μας απάντησαν πως δυστυχώς δεν γνωρίζουν αλλά απολαμβάνουν να τους βλέπουν και θαυμάζουν την κινησιολογία τους όταν συναντούν ποντιακά χορευτικά συγκροτήματα στις εκδηλώσεις.
«Εσείς οι Πόντιοι και οι Κρητικοί χορεύετε μόνο τους δικούς σας χορούς» ακούστηκε η άποψη στην κουβέντα μας! Κάθισα και σκέφτηκα σιωπηλά για λίγα δευτερόλεπτα. Αν και η πρόταση ήχησε στα αυτιά μου ως απόλυτη, όσο την επεξεργαζόμουν διαπίστωσα πως σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό ήταν αληθής. Εμείς οι Πόντιοι (για τους Κρητικούς δεν γνωρίζω) χορεύουμε μόνο τους δικούς μας χορούς ως επί το πλείστον. Δεν γίνεται όμως από ελιτισμό αυτό.
Ο Πόντιος-Πόντια μεγαλώνει με ένα «χρέος» πιστωμένο από τα πρώτα χρόνια της ζωής του στους ώμους του.
Η ιδιαίτερη πατρίδα του, η πατρίδα των γιαγιάδων και των παππούδων του δεν υπάρχει πλέον. Όσα ταξίδια και να κάνει στα «μέρη» του, ο τόπος που άνθισε η Ρωμανία μετατράπηκε βίαια σε κάτι άλλο, έχασε την αισθητική του και εν πολλοίς το κάλλος του.

Εκείνη την πατρίδα των γιαγιάδων και των παππούδων μας που είναι τώρα μια «Ουτοπία» καλούμαστε να διατηρούμε ζωντανή στα κύτταρά μας. Πατρίδα μας έχει γίνει ο πολιτισμός μας και η ιστορία μας. Πατρίδα είναι η αϋλότητα της μνήμης. Γι’ αυτό το να μπαίνουμε στον χορό, δεν είναι για εμάς μια απλή διασκέδαση, είναι μια τελετουργία.

Η λύρα κάνει επίκληση στις μούσες και τα μέλη του σώματος αρχίζουν να κινούνται. Μικρά βήματα και διαρκής κίνηση, και η ψυχή να ενώνεται με το σώμα τιμώντας τους προπάτορες και τις προμήτορες. Ο χορός γίνεται «Λειτουργία» και τα μουράτεα2 ανεβαίνουν θυμίαμα στον ουρανό πληροφορώντας τις ψυχές των προγόνων μας πως εμείς τα «κλαδιά τους» δεν θα ξεχάσουμε ποτέ από που προερχόμαστε και ποιοι είμαστε!
















