Σήμερα, 15 Ιουνίου, συμπληρώνονται 32 χρόνια από τη μέρα που σίγησε ο Μάνος Χατζιδάκις. Συνεχίζουν, όμως να υπάρχουν μελωδίες του που μοιάζουν να μην υπάκουσαν ποτέ στο χρόνο. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το «Βαλς των χαμένων ονείρων», ένα έργο που εξακολουθεί να συγκινεί, να ταξιδεύει και να στοιχειώνει γενιές ακροατών, περισσότερο από έξι δεκαετίες μετά τη δημιουργία του.
Για πολλούς θεωρείται η κορυφαία μουσική που έγραψε για τον ελληνικό κινηματογράφο.
Ίσως γιατί μέσα σε λίγα λεπτά καταφέρνει να χωρέσει κάτι πολύ μεγαλύτερο από την ιστορία μιας ταινίας. Χωρά τη γεύση της απώλειας, τη μελαγχολία της μνήμης, την ομορφιά όσων πέρασαν και δεν ξαναγυρίζουν.

Το κομμάτι γράφτηκε το 1961 για την ταινία Χαμένα όνειρα του Αλέκου Σακελλάριου. Τους πρωταγωνιστικούς ρόλους είχαν αναλάβει η Αντιγόνη Βαλάκου και ο τότε νέος και πολλά υποσχόμενος Δημήτρης Παπαμιχαήλ.
Στην οθόνη παρακολουθούμε δύο νέους ανθρώπους που περιμένουν μια καλύτερη ζωή, έναν έρωτα, μια ευκαιρία, μια δικαίωση. Περιμένουν κάτι που συνεχώς απομακρύνεται. Και όσο τα όνειρα ξεθωριάζουν, τόσο οι ίδιοι πλησιάζουν ο ένας τον άλλον.
Είναι μια απλή ιστορία. Σχεδόν καθημερινή. Όμως, ο Μάνος Χατζιδάκις δεν έγραψε μια απλή μουσική επένδυση για δύο κινηματογραφικούς ήρωες. Έγραψε μια μελωδία που μοιάζει να αφορά όλους όσοι κάποτε ονειρεύτηκαν κάτι διαφορετικό για τη ζωή τους. Όλους όσοι έχασαν έναν τόπο, έναν άνθρωπο, μια εποχή ή ακόμη και μια εκδοχή του εαυτού τους.
Ίσως γι’ αυτό το βαλς εξακολουθεί να συγκινεί 65 και πλέον χρόνια μετά τη δημιουργία του. Γιατί δεν μιλά για συγκεκριμένα χαμένα όνειρα. Μιλά για την ίδια την ανθρώπινη εμπειρία της απώλειας.
Και αν αναζητήσει κανείς τις ρίζες αυτής της βαθιάς νοσταλγίας που διαπερνά το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, ίσως χρειαστεί να κοιτάξει όχι μόνο τον ίδιο αλλά και τη μητέρα του. Όπως ακριβώς έκανε δηλαδή και ο Χατζιδάκις για τη δική του μητέρα.

Η Αλίκη Αρβανιτίδου καταγόταν από την Αδριανούπολη της Μικράς Ασίας. Ανήκε σε εκείνη τη γενιά των ανθρώπων που κουβάλησαν μέσα τους την εμπειρία του ξεριζωμού και της απώλειας της πατρίδας.
Σε μια Ελλάδα που προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της, χιλιάδες οικογένειες έφερναν μαζί τους όχι μόνο υπάρχοντα αλλά και μνήμες. Φωτογραφίες. Ιστορίες. Ονόματα δρόμων που δεν υπήρχαν πια. Σπίτια που έμειναν πίσω.
Αυτό το φορτίο δεν καταγράφεται πάντα στα επίσημα βιογραφικά σημειώματα. Περνά όμως από γενιά σε γενιά με άλλους τρόπους. Με αφηγήσεις. Με σιωπές. Με βλέμματα. Με τραγούδια.
Ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πει κάποτε κάτι αποκαλυπτικό: «Από τη μητέρα μου κληρονόμησα όλους τους γρίφους που από παιδί μ’ απασχολούν και μέχρι σήμερα κάνω προσπάθειες να τους λύσω. Χωρίς τους γρίφους της δεν θα ‘μουν ποιητής…». Δεν είναι τυχαία η λέξη «γρίφοι».
Γιατί η μουσική του Χατζιδάκι μοιάζει συχνά να προσπαθεί να απαντήσει σε ερωτήματα που δεν διατυπώθηκαν ποτέ. Να αναζητά κάτι που χάθηκε πριν ακόμη το γνωρίσει. Να νοσταλγεί έναν κόσμο που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη μνήμη. Αυτή ακριβώς η αίσθηση διαπερνά ολόκληρο το «Βαλς των χαμένων ονείρων».
Όταν το ακούς, δεν έχεις την εντύπωση ότι ακούς μια απλώς όμορφη μελωδία. Έχεις την αίσθηση ότι περπατάς σε έναν χώρο γεμάτο αναμνήσεις.
Σαν να ανοίγεις ένα παλιό συρτάρι και να βρίσκεις μέσα γράμματα, φωτογραφίες και αντικείμενα ανθρώπων που δεν υπάρχουν πια. Γι’ αυτό και το κομμάτι έχει αποκτήσει μια σχεδόν μυθική διάσταση. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ιστορία της δημιουργίας του «Βαλς των χαμένων ονείρων» μοιάζει να επιβεβαιώνει το ανεξήγητο χάρισμα του συνθέτη.
Ο Αλέκος Σακελλάριος είχε διηγηθεί στις σελίδες της αυτοβιογραφίας του: «Στην πρώτη ιδιωτική προβολή που κάναμε για την ταινία Χαμένα όνειρα, για να δει ο Μάνος την ταινία και να εμπνευστεί τη μουσική, στα πρώτα πέντε λεπτά κοιμήθηκε και ξύπνησε λίγο πριν τελειώσει η ταινία. “Μάνο μου, μήπως πρέπει να την ξαναδείς;” του λέω.
»“Δεν χρειάζεται, σε λίγες μέρες θα έχεις τη μουσική”, μου απάντησε.
»Πράγματι, η μουσική ήταν καταπληκτική. Ο Μάνος έγραψε το “Βαλς των χαμένων ονείρων”, που θεωρείται η καλύτερη μελωδία του στον κινηματογράφο».
Ίσως γιατί ο Μάνος Χατζιδάκις δεν χρειαζόταν να δει ολόκληρη την ιστορία. Την ήξερε ήδη. Ήξερε τι σημαίνει να περιμένεις κάτι που δεν έρχεται. Τι σημαίνει να χάνεις. Τι σημαίνει να κουβαλάς μέσα σου ανθρώπους, τόπους και εποχές που δεν υπάρχουν πια. Άλλωστε η δική του ζωή σημαδεύτηκε από απώλειες από πολύ νωρίς. Ο χωρισμός των γονιών του, ο θάνατος του πατέρα του, τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, οι σκληρές δουλειές για να επιβιώσει…

Όμως ίσως η βαθύτερη δύναμη του έργου του να βρίσκεται αλλού. Στην ικανότητά του να μετατρέπει την απώλεια σε ομορφιά. Να παίρνει το τραύμα και να το κάνει τέχνη. Να παίρνει τη νοσταλγία και να την κάνει μουσική. Να μεταμορφώνει τις μνήμες μιας προσφυγικής οικογένειας από την Αδριανούπολη σε μια παγκόσμια γλώσσα συναισθημάτων που μπορεί να αγγίξει οποιονδήποτε άνθρωπο, οπουδήποτε. Γι’ αυτό και το «Βαλς των χαμένων ονείρων» δεν ανήκε ποτέ μόνο στην ταινία για την οποία γράφτηκε.
Δεν ανήκει καν στη δεκαετία του ’60. Ανήκει σε όλους όσοι κάποτε στάθηκαν απέναντι σε κάτι που χάθηκε και προσπάθησαν να το κρατήσουν ζωντανό μέσα τους.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη νίκη του Μάνου Χατζιδάκι απέναντι στον χρόνο. Τριάντα δύο χρόνια μετά το θάνατό του, το «Βαλς των χαμένων ονείρων» εξακολουθεί να ακούγεται σαν ψίθυρος από έναν κόσμο που έφυγε αλλά δεν ξεχάστηκε ποτέ. Σαν ένα τραγούδι για τα χαμένα όνειρα. Ή, ίσως πιο σωστά, για όλα εκείνα που χάθηκαν και εξακολουθούν να μας συντροφεύουν.
















