Το πατρικό της επίθετο, το Τσάτσου δηλαδή, παραπέμπει στον πρώην πρόεδρο της Δημοκρατίας. Δικαιολογημένα, καθώς είναι η κόρη του. Το Συμεωνίδη ήταν του συζύγου της – η Ντόρα Τσάτσου-Συμεωνίδη έγινε γνωστή και με τα δύο επίθετα της.
Όπως μπορεί να καταλάβει κανείς, γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα αστικό σπίτι, οπότε δικαιολογούνται οι πολύ καλές σπουδές που έκανε. Όμως μιλάμε για άλλες εποχές· η κόρη ενός ακαδημαϊκού και πολιτικού, να ασχοληθεί με το χορό; Και δη σε μια χώρα που, ας μην κρυβόμαστε, ακόμα και σήμερα δεν έχει τη θέση που του αξίζει.
Και δεν είναι μόνο εδώ που ταιριάζει ο χαρακτηρισμός «αιρετική» που της έχουν δώσει οι μελετητές της.
Η Ντόρα Τσάτσου-Συμεωνίδη έφερε τις νέες ιδέες που πήρε από τις σπουδές της στην Αμερική, τις οποίες όμως κατάφερε να τις κάνει ελληνικές και να τις πάει πιο πέρα την παράδοση του τόπου μας. Και βέβαια ήταν μια γυναίκα που κατέκτησε κορυφές και αξιώματα δίκαια, και σε μια εποχή που οι γυναίκες ήταν για… κατώτερες βαθμίδες. Ασχέτως αν ή ίδια δεν στάθηκε ποτέ σε αυτά τα αξιώματα.
Το μπαλέτο, η Νέα Υόρκη και το βιολί
Η Ντόρα Τσάτσου γεννήθηκε το 1932 και μεγάλωσε στην Καστέλα. Ήταν κόρη του Κωνσταντίνου Τσάτσου και της Ιωάννας Σεφεριάδη, δηλαδή της αδελφής του ποιητή Γιώργου Σεφέρη. Από την ηλικία των 8 ετών ξεκίνησε μαθήματα χορού στην σχολή «Ραλλού Μάνου. Τελειώνοντας το Αρσάκειο, πέρασε στη Νομική Αθηνών και συνέχισε τα μαθήματα χορού.
Όχι ότι όλα ήταν ήρεμα στο σπίτι της. Το 1939 ο πατέρας της εξορίστηκε από το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά στη Σκύρο, όπου έμεινε για έναν χρόνο. Λίγα χρόνια αργότερα, κατά την διάρκεια της Κατοχής απολύθηκε από το Πανεπιστήμιο (όπου ήταν καθηγητής) και το 1944 διέφυγε στη Μέση Ανατολή για να αποφύγει τη σύλληψη από τις κατοχικές Αρχές.

Βρισκόμαστε στο 1950 και η Ντόρα Τσάτσου, σαν μαθήτρια χορού, λαμβάνει μέρος στην πρώτη της παράσταση. Ήταν στην όπερα, στο έργο Μαρσύας σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, χορογραφία Ραλλούς Μάνου και κουστούμια Γιάννη Τσαρούχη. Μέχρι το 1954 είχε εργαστεί σε επτά παραστάσεις. Μάλιστα στο έργο Ορφέας και Ευρυδίκη, όπου την μουσική υπέγραφε ο Μίκης Θεοδωράκης, υποδύθηκε την Ευρυδίκη.
Το 1954 παίρνει το δίπλωμα της χορεύτριας και κερδίζει υποτροφία από το Ίδρυμα «Φουλμπράιτ». Εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη όπου σπούδασε στη σχολή της Μάρθας Γκράχαμ, με δάσκαλο τον Ιγκόρ Σβέτσοφ. Και όχι μόνο, αφού συμμετείχε στην περιοδεία της σχολής στην Άπω Ανατολή.
Όπως είπαμε και πιο πάνω, η οικογένειά της ανήκε στην αστική τάξη της χώρας. Αυτό βέβαια δεν μεταφράζεται σε πολλά χρήματα. Τρανή απόδειξη είναι κάτι που είχε γράψει ο πατέρας της στην αυτοβιογραφία του: «Ερωτεύτηκα το βιολί του πατέρα μου, ένα Steiner του 1650, ένα όργανο αξίας που έκανα το λάθος να το εμπιστευτώ πολύ αργότερα στην Ντόρα όταν πήγε στη Νέα Υόρκη να σπουδάσει, για να το πουλήσει σε καλή τιμή. Η Ντόρα όμως βρέθηκε χωρίς χρήματα και το πούλησε για ένα κομμάτι ψωμί».
Η επιστροφή και ο γάμος
Θα περίμενε κανείς ότι επιστρέφοντας στην Ελλάδα θα προσπαθούσε να «αμερικανοποιήσει» τον ελληνικό χορό. Όμως συνέβη το αντίθετο. Τόνισε ακόμα περισσότερο το ελληνικό στοιχείο, σε μια εποχή που ήθελε να γίνει πολύ πιο δυτικό (ο αιώνιος σουσουδισμός δηλαδή).

Οι λαμπρές συνεργασίες συνεχίστηκαν, με ονόματα όπως Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Μόραλης και πάντα υπό την σκέπη του Ελληνικού Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου. To 1959, εκτός από τις χορογραφίες, είναι και η κορυφαία του χορού στις Βάκχες.
Όλα αλλάζουν το 1960, που παντρεύεται τον καθηγητή Παθολογικής Ανατομίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αλέξανδρο Συμεωνίδη, με τον οποίο απέκτησε δύο γιους, τον νομικό Κωνσταντίνο Συμεωνίδη και τον μουσικό Γιώργο Συμεωνίδη.
Λόγω της θέσης του συζύγου της, αφήνει την Αθήνα και μετακομίζει στη Θεσσαλονίκη. Εκεί συμμετείχε στην ίδρυση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (1961), με το οποίο συνεργάστηκε ως μόνιμη χορογράφος, χορεύτρια και οργανώτρια του χορού αρχαίου δράματος, μέχρι το 1975. Και φυσικά ήταν η χορογράφος στην πρώτη παράσταση του νεοσύστατου οργανισμού, τον Προμηθέα Δεσμώτη σε σκηνοθεσία Σωκράτη Καραντινού.
Η Ντόρα Τσάτσου-Συμεωνίδη βοήθησε τα μέγιστα ώστε να επιβληθεί η σκηνή του θεάτρου της Θεσσαλονίκης ως υπολογίσιμη δύναμη στο χώρο, και απέδειξε ότι οι σπουδαίες δουλειές δεν γίνονται μόνο στην πρωτεύουσα.
Οι μεγάλες αλλαγές
Στις 16 Νοεμβρίου 1972, πεθαίνει ξαφνικά ο Αλέξανδρος Συμεωνίδης. Η Ντόρα προσπαθεί να ισορροπήσει τη νέα, όχι ευχάριστη, ζωή της. Παραμένει στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 1975, ενώ δυο χρόνια πριν, το 1973, υπογραφεί τη χορογραφία στην παράσταση Ηλέκτρα, που σε σκηνοθεσία του Τάκη Μουζενίδη ανέβηκε στην Σόφια.
Με την κάθοδο της στην Αθήνα ανέλαβε τη θέση της μόνιμης χορογράφου στο Εθνικό Θέατρο, μέχρι το 1981, συμπράττοντας σε πολλές παραγωγές αρχαίου δράματος. Το 1982 διορίστηκε καθηγήτρια στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης, της οποίας διετέλεσε διευθύντρια επί οκταετία (1980-88). Και ήταν πρόταση της προκατόχου της, της σπουδαίας Κούλας Πράτσικα.
Το «φινάλε» της από τη συγκεκριμένη θέση, έγινε με τρόπο άκρως… ελληνικό. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, μια γνωστή κυρία, πολιτική γόνος, άνοιξε την πόρτα της σχολής με… κλειδαρά.
Μέχρι το τέλος
Σίγουρα οι τίτλοι που είχε, ζαλίζουν. Η ίδια σε συνέντευξή της είχε πει: «Δεν ζήτησα ποτέ εκείνο που δεν μπορούσα να φέρω σε πέρας. Παρατηρώ ότι στις μέρες μας όλοι νομίζουν ότι είναι Ολιβιέ και Σάρα Μπερνάρ. Έτσι όμως γίνεται δυστυχής κανείς». Εκτός από την καλλιτεχνική της συνεισφορά, αφοσιώθηκε στον αντικαρκινικό αγώνα ως ενεργό μέλος του ΔΣ του «Θεαγένειου» από το 1973 ως το 1986.
Το 1992 διαδέχθηκε τον Αλέξη Σολομό ως πρώτη γυναίκα διευθύντρια στην ιστορία του θεσμού του Εθνικού Θεάτρου, θέση που κράτησε ως το 1993. Παράλληλα δίδαξε και σε ιδιωτικές σχολές, ενώ υπήρξε μέλος της Επιτροπής Υποτροφιών του Ιδρύματος «Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης».
«Έφυγε» σαν σήμερα, το 2000 σε ηλικία 68 ετών, ύστερα από άνιση μάχη με τον καρκίνο.
Το έργο της σπουδαίο και διαχρονικό. Οι άνθρωποι που την γνώριζαν και συνεργάστηκαν μαζί της, εκτός από τις ικανότητες της, ήταν μια γυναίκα με φινέτσα, χιούμορ και ανοιχτή σε νέες και πρωτοποριακές ιδέες. Πολλές από αυτές, πολύ μπροστά από την εποχή της.
O χορογράφος και χορευτής Κώστας Μίχος, που υπήρξε και μαθητής της, είχε πει σε συνέντευξή του πως όταν έμαθαν για το πρόβλημα υγείας που είχε, σκέφτηκε μαζί με μια ομάδα από μαθητές της να στήσουν μια παράσταση όπου η δασκάλα τους θα επέλεγε τις μουσικές πάνω στις οποίες θα δημιουργούσαν. Όπως και έγινε. Οι δε επιλογές της ήταν από όλο το μουσικό φάσμα: Από κλασική μουσική, μέχρι και ελληνική παραδοσιακή.
Τελευταία παράσταση στην οποία υπέγραψε την χορογραφία ήταν οι Θεσμοφοριάζουσες στην Επίδαυρο το 1999, με τον Θύμιο Καρακατσάνη και τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο.
Όσον αφορά την αποτίμηση του έργου της, η ίδια είχε γράψει:« Με το χορό μας προσπαθήσαμε να πούμε τη βαθύτερη αλήθεια της εποχής μας και του τόπου μας. Προσπαθήσαμε, και κάπου-κάπου ελπίζω, το πετύχαμε. Δεν είναι εύκολο έργο. Από τη μια σε τραβάνε οι ξένες τελειοποιημένες τεχνικές, από την άλλη η λαϊκή μας τέχνη, ίσως λίγο απλοϊκή για τη βαρημένη ψυχή μας. Προσπαθήσαμε λοιπόν να γυμνάσουμε τα σώματά μας έτσι που να μπορούν να εκφράζονται πηγαία και γνήσια. Αυτό θα πει χορός άλλωστε».
Σπύρος Δευτεραίος
















