Το όνομα του έχει συνδεθεί με μεγάλες ερμηνείες κυρίως στο κλασικό ρεπερτόριο. Και όχι μόνο σε κρατικές σκηνές. Η φωνή του παραπέμπει σε απαγγελίες, που έχει κάνει ουκ ολίγες. Από την άλλη, ο Νικήτας Τσακίρογλου δεν έχει σνομπάρει την τηλεόραση, ούτε όμως έτρεχε παντού όπου τον φωνάζαν.
Νά όμως που η μικρή οθόνη τον πέρασε και σε μια άλλη γενιά που δεν τον έχει προλάβει στο θέατρο, αφού υποδύθηκε τον τον Αρσένιο τον Καππαδόκη στον τηλεοπτικό –και κινηματογραφικό– «Άγιο Παΐσιο».
Ο ίδιος δηλώνει ότι υπήρξε πολύ εκλεκτικός με τους ρόλους και τις συνεργασίες του, αποδεικνύοντας ότι σε μια καριέρα δεν μετράνε μόνο τα ναι, αλλά και τα όχι. Και παρόλο που έχει σκηνοθετήσει και έχει γίνει και επιτελικός σε κάποιες θεατρικές σκηνές, αισθάνεται πάνω απ’ όλα ηθοποιός.

Η εξορία και η πίστη
«Γεννήθηκα το 1938 [σαν σήμερα] και είμαι παιδί της Κατοχής» έχει πει σε συνέντευξή του. Οι ρίζες της οικογένειας είναι από την Κωνσταντινούπολη, όμως τα τρία παιδιά της οικογένειας Τσακίρογλου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Αθήνα και συγκεκριμένα στα Σεπόλια, στον Αγιο Μελέτιο και στον Λόφο Σκουζέ. Ο πατέρας του ήταν κουρέας. Όσο για την μητέρα του, «Όταν στον Λόφο Σκουζέ ήταν οι Γερμανοί, την είχαν μαγείρισσά τους, είχε πάει εκεί για να μας ταΐζει. Την βρήκε ο ΕΛΑΣ, την μύησε και έγινε κομμουνίστρια. Δεν υπέγραφε με τίποτα, παρόλο που είχε τρία παιδιά να ζήσει. Εν τω μεταξύ, του πατέρα μου του σκότωσαν τα αδέρφια στον Μελιγαλά», είχε εξομολογηθεί.
Λόγω φρονημάτων, η μητέρα του φυλακίστηκε και εξορίστηκε.
«Θυμάμαι, μικρό παιδί, με είχαν πάει στη φυλακή που την είχαν συλλάβει και την έβλεπα πίσω από κάτι συρματοπλέγματα και έκλαιγα. Η φυλακή τότε ήταν στη Θεμιστοκλέους» είχε πει ο ηθοποιός σε συνέντευξή του. Από την άλλη, ο πατέρας του δεν ανακατευόταν με τα πολιτικά.

Όσον αφορά το θέμα της πίστης, είχε πει: «Η μητέρα μου δεν ήταν θεούσα. Δεν άναβε καντήλια και τέτοια. Ούτε εκκλησία πήγαινε, αλλά εμάς μας πήγαινε και μας κοινωνούσε, όπως έκανε κάθε μάνα που θέλει το παιδί της να είναι θρησκευόμενο». Κάνοντας τον απολογισμό της παιδικής του ηλικίας, ο ηθοποιός έχει πει πόσο αγαπημένη οικογένεια ήταν, αλλά και πως «Δεν μου άρεσαν τα παιδικά μου χρόνια. Ήθελα να ξεφύγω από τη μοίρα μου».
Ο δρόμος για το θέατρο
Ο ίδιος ομολογεί ότι ήταν μέτριος μαθητής, αλλά λάτρευε από μικρός την ποίηση. Μάλιστα έχει αναφέρει περιστατικό, που τον σήκωσε ο καθηγητής στο μάθημά του.
Ο νεαρός μαθητής του δήλωσε, έντιμα, ότι δεν είχε διαβάσει το μάθημά του, και άρχισε να του απαγγέλει Σαίξπηρ.
Φυσικά δούλευε παράλληλα με το σχολείο. Και κάποια στιγμή, προς το τέλος του εξατάξιου τότε γυμνασίου, τίθεται το ερώτημα για το τι δουλειά θα κάνει. Μια κουβέντα για το Πολεμικό Ναυτικό, πέρασε αλλά δεν τον άγγιξε. Εκείνη την περίοδο, ήταν σε έναν ερασιτεχνικό θίασο στον Κολωνό. Ένας φίλος του, ο ηθοποιός Αλέκος Κουρής, τον μυεί στον κόσμο του θεάτρου. Του λέει για τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, αλλά ο νεαρός Νικήτας έχει μείνει μετεξεταστέος και δεν έχει πάρει το απολυτήριο. Δίνει στα εξαιρετικά ταλέντα και περνάει στη σχολή, μαζί με τον Σπύρο Ευαγγελάτο. Με τον τελευταίο γίνονται κολλητοί και μάλιστα πήγαν μαζί και στο Άγιο Όρος.
Το σπίτι του μετέπειτα σκηνοθέτη, γίνεται για τον Τσακίρογλου το δεύτερο σπίτι του. Μάλιστα θυμάται τον πατέρα του, τον μεγάλο μουσουργό Αντίοχο Ευαγγελάτο. «Μου άρεσε αυτό το πράγμα γιατί ξέφυγα από τον πατέρα μου τον κουρέα και τη μάνα μου την κομμουνίστρια. Βέβαια, όταν πήγα στη δραματική σχολή η μάνα μου είχε επιστρέψει από τη Μακρόνησο και της άρεσε που ήμουν ηθοποιός» έχει πει.
Εκτός από τους δασκάλους του στη σχολή, που τους μνημονεύει πάντα, έκαναν και παρέα με τρεις συμμαθήτριές τους: Τις Αντιγόνη Γλυκοφρύδη, Έλλη Φωτίου και Μπέτυ Βαλάση.

Τελειώνει τη σχολή του Εθνικού με άριστα και αμέσως πηγαίνει στρατιώτης, αν και ως αριστούχος, μπορούσε να δουλέψει στο Εθνικό Θέατρο. Όμως ήταν ανήσυχος. Τότε μαθαίνει ότι ο Αλέξης Δαμιανός κάνει ακρόαση για τα θεατρικά Κόκκινα φανάρια. Πηγαίνει στην ακρόαση με τα στρατιωτικά, αφού ακόμα δεν είχε απολυθεί. Κερδίζει το ρόλο και ξεκινά επίσημα και η πορεία του στο θέατρο. Και μάλιστα με το ρόλο του Ντορή, δίπλα στην Κατερίνα Χέλμη.
Η μεγάλη αγάπη
Ένας από τους ηθοποιούς που ξεχώρισε και αγάπησε ήταν ο Μάνος Κατράκης. Σε μια παράστασή του, τον Ιούλιο Καίσαρα, γνωρίζει μια νεαρή ηθοποιό, τη Χρυσούλα Διαβάτη. «Εκείνος ήταν πρωταγωνιστής, εγώ ένα κομπαρσάκι» είχε πει η ηθοποιός σε συνέντευξή της. « Ήταν ένα κορίτσι που γέλαγε συνέχεια. Αυτό μου άρεσε, γιατί ήμουν μουρτζούφλης» είχε πει ο Τσακίρογλου για τη γυναίκα που είναι μια ζωή μαζί.
Παντρεύτηκαν το 1961 και απέκτησαν μια κόρη, τη Λήδα, «και την μεγαλώσαμε στα πόδια του Κουν, του Βολανάκη…», όπως σημειώνει ο ηθοποιός. Επίσης έχουν και δυο εγγόνια: Τη Μυρτώ που ασχολείται με το μιούζικαλ και τον Κωνσταντή που σπουδάζει τεχνολογία και διαφήμιση. Και οι δύο στις ΗΠΑ. Όσον αφορά την κόρη του, έχει αναφέρει: «Η κόρη μου το έζησε το θέατρο, γνώρισε τους ανθρώπους, αλλά δεν την συγκίνησε. Δεν της είπαμε κι εμείς “έχεις ταλέντο”, δεν θέλαμε να ακολουθήσει το επάγγελμα».

Αν και καταξιωμένο ζευγάρι, με εμπορικό και καλλιτεχνικό εκτόπισμα, οι δυο τους έχουν συνεργαστεί πολύ λίγες φορές μαζί. « Όσες φορές συνεργάστηκα με τη Χρυσούλα, τσακωνόμασταν», είχε πει σε συνέντευξή του, ενώ είχε πει, πως όταν ήταν σε ξεχωριστές δουλειές και χρειαζόταν να κάνουν πρόβες ή να διαβάσουν το κείμενο, κλείνονταν σε διαφορετικά δωμάτια.
Επίσης δεν σταματά να υποστηρίζει ότι θεωρεί εκείνην πιο ταλαντούχα από τον ίδιο.
«Η Χρυσούλα είναι πολυτάλαντη. Την εκτιμώ και την πιστεύω παραπάνω από τον εαυτό μου. Εγώ είμαι μονοδιάστατος, είμαι κλασικός ηθοποιός, ας το πούμε έτσι» έχει πει. Για να καταλήξει πως: «Τη Χρυσούλα την θαυμάζω και το έχω ανάγκη που μου συμπαραστέκεται στις δύσκολες στιγμές μου».
Όπως έχει πει ο Νικήτας Τσακίρογλου, τα τελευταία χρόνια η σύζυγός του πάσχει από ρευματοειδή αρθρίτιδα και η υγεία της έχει επιδεινωθεί. «Η Χρυσούλα μπήκε τρεις φορές στο νοσοκομείο λόγω της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, αλλά δεν κατάφερε να λάβει βοήθεια. Θέλω να πιστεύω ότι με τη βοήθεια του Θεού, την πίστη και την παράκληση που του κάνουμε να μπορέσει να ξαναβρεθεί στο χώρο του θεάτρου και στην τηλεόραση».

«Τώρα που βρίσκεται σε αυτήν τη φάση, την φιλάω κάθε λίγο, την αγκαλιάζω κάθε λίγο και τώρα της λέω πολύ περισσότερο το “σ’ αγαπώ”. Η Χρυσούλα είναι ένας άνθρωπος δυσεύρετος, όχι μόνο σαν σύζυγος» έχει δηλώσει πρόσφατα.
Ηθοποιός πάνω απ’ όλα
Όσον αφορά την πορεία του στο χώρο, δηλώνει κάτι παραπάνω από ευχαριστημένος με τους ρόλους, τα έργα και τις συνεργασίες του. Δηλώνει εκλεκτικός από τα πρώτα του χρόνια στο θέατρο. Μάλιστα θυμάται ένα περιστατικό που του συνέβη τα πρώτα χρόνια στο Εθνικό, και συγκεκριμένα στην Επίδαυρο. Ήταν στο χορό της αρχαίας τραγωδίας και του είπε ένας παλαιότερος ηθοποιός: «Κρατάω το κοντάρι 25 χρόνια».
Ο νεαρός ηθοποιός πανικοβλήθηκε και ζήτησε από τον Αιμίλιο Χουρμούζιο που εκτός από δάσκαλός του ήταν τότε και διευθυντής του Εθνικού, να τον απαλλάξει. Ο τελευταίος προσπάθησε να τον μεταπείσει λέγοντάς του μεταξύ άλλων, ότι το Εθνικό είχε καλό μεροκάματο. Όμως ο νεαρός ηθοποιός δεν άκουγε τίποτα. Τότε ο Χουρμούζιος είπε στη γραμματεία να λυθεί η συνεργασία κοινή συναινέσει.

Από τις «αρνήσεις» του έχει αναφέρει όταν το 1984 του είχαν πρόταση η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος να παίξει στην Έντα Γκάμπλερ σε σκηνοθεσία Βολανάκη, ο Τσακίρογλου δεν δέχτηκε, καθώς, όπως λέει: «μου έδειξαν τόση αγάπη αυτή και ο Καζάκος, που τρόμαξα».
Νωρίτερα ετοίμαζε ο Αλέξης Δαμιανός μια παράσταση με τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Κάτι δεν του άρεσε στις πρόβες, και είπε: «Θα μου επιτρέψετε να αποχωρήσω, δεν αισθάνομαι καλά». Όπως λέει, «Άμα δεν αισθανόμουν καλά, καταπιεζόμουν. Γιατί είχα καλομάθει και στα κρατικά θέατρα που με είχαν στα όπα-όπα. Είχα μάθει σε σπουδαία πράγματα. Πρόσεχα πάρα πολύ την καριέρα μου».

Εκτός των κρατικών σκηνών, υπήρξαν φορές που ήταν θιασάρχης. Όμως δεν ήταν και αυτό κάτι που του άρεσε. «Έκανα και δικούς μου θιάσους, αλλά ούτε αυτό με ενδιέφερε. Πάντα άφηνα στους άλλους να με επιλέγουν: όταν έγινα θιασάρχης, βρέθηκαν κάποιοι άλλοι να επενδύσουν, εγώ υπήρχα ως πρωταγωνιστής. Το να έχεις ένα θέατρο είναι ένα μεγάλο βάρος επαγγελματικό, το να παίζω μόνο μου άρεσε και με άφηνε απερίσπαστο».
Τέλος, δύο φορές βρέθηκε να είναι καλλιτεχνικός διευθυντής στο ΚΘΒΕ, και οι δυο επί…Καραμανλή. Η πρώτη ήταν προσωπική παράκληση του Κωνσταντίνου Καραμανλή. «Με την πολιτική δεν τα έχω καλά, γενικά. Παρ’ όλα αυτά, ο Καραμανλής με έκανε διευθυντή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος για μια πενταετία, από το ’74 μέχρι το ’79. Μου είχε πει ο Καραμανλής: “Όταν φύγω εγώ, θα φύγεις κι εσύ”. Κι έφυγα κι εγώ», είχε δηλώσει.
Η δεύτερη θητεία του ήταν επί πρωθυπουργίας Κώστα Καραμανλή, το 2006. Κατά την περίοδο διεύθυνσής του ήρθε αντιμέτωπος με τα χρόνια οικονομικά προβλήματα του οργανισμού, που χειροτέρεψαν λόγω και της οικονομικής κρίσης.
Τελικά ανακοίνωσε τον Μάιο του 2009 την απόφασή του να παραιτηθεί. «Παρέλαβα ένα θέατρο σε καλή κατάσταση, αλλά οι άνθρωποι δεν ήταν ικανοποιημένοι. Είναι σαν τις οικογένειες που όλοι συνυπάρχουν υποχρεωτικά, πολλοί άνθρωποι σε ένα διαμέρισμα. Υπήρχε αυτός ο ανταγωνισμός, τα ζητήματα των πρωταγωνιστών και των δευτεραγωνιστών, νοοτροπίες που είναι δύσκολο να ξεριζωθούν, σχεδόν ακατόρθωτο, όπως και ο άκρατος συνδικαλισμός. Εγώ οδηγήθηκα σε παραίτηση εξαιτίας αυτών, δεν μπορούσα να συνεχίσω» είχε πει για τις θητείες του στη Θεσσαλονίκη.
Και πρόσθεσε: «Για μένα όμως δεν είναι σωστό το θέατρο να πηγαίνει πακέτο με την πολιτική ηγεσία, να είναι τέτοιου τύπου οι διορισμοί. Θα έπρεπε να είναι ανεξάρτητο, όπως συμβαίνει στην Ευρώπη. Καμιά φορά υπάρχει καλή προαίρεση, αλλά δεν φτάνει».

«Το καμαρίνι μας είναι το κελί μας»
«Σήμερα δοξάζω τον Θεό γιατί με αξίωσε να βρεθώ σε αξιόλογους χώρους, στα αρχαία μας θέατρα, όπου χρειάζονται κι άλλα προσόντα: ευρύτερο σθένος, καλή φωνή που να μπορεί να φτάνει σε 12.000 άτομα. Υπ’ όψιν ότι τότε δεν υπήρχαν βοηθήματα όπως σήμερα ‒ εγώ δεν τα προτιμώ, προτιμώ να αντιμετωπίζω τους ρόλους με τις δικές μου δυνάμεις και το δικό μου σθένος» έχει πει αναφερόμενος στην ένδοξη πορεία του στο θέατρο. Αν και έχει ζήσει ξεχωριστές και μεγάλες στιγμές στην πορεία του, δεν απορρίπτει τους σημερινούς δημιουργούς και ηθοποιούς. «Πιστεύω ότι το θέατρο είναι λίγο σαν την Ελλάδα, που ποτέ δεν πεθαίνει. Υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει μέσα από πολλούς αξιόλογους νέους ανθρώπους που είναι καλύτεροι από εμάς και θα κάνουν σημαντικά πράγματα» δηλώνει.
Ποια είναι η γνώμη του για όσα ήρθαν στο φως πριν μερικά χρόνια για τις κακοποιητικές συμπεριφορές και πράξεις στο ελληνικό θέατρο;
«Αυτά με τις κακοποιήσεις δεν μου έκαναν εντύπωση, υπήρχαν στο χώρο και τα έχουμε ζήσει, απλώς δεν γινόταν πάντα συζήτηση. Όταν λέμε “είμαστε συνάδελφοι”, εννοούμε ότι συμπορευόμαστε και είμαστε μαζί. Εμένα μου φαίνεται αδιανόητο να θέλω να βλάψω κάποιον συνάδελφο, να τον εκμεταλλευτώ, και ιδιαίτερα με τρόπο σεξουαλικό. Αυτή η συμβίωση πρέπει να γίνει αποδεκτή και σεβαστή απ’ όλα τα άτομα. Είμαστε συνάδελφοι» είχε πει. Και πρόσθεσε: «Είναι ψυχοφθόρα η δουλειά μας. Πρέπει να της αφιερωθείς μοναστικά. Για αυτό λέω ότι το καμαρίνι μας είναι το κελί μας».

Χάρηκε την επιτυχία της σειράς «Άγιος Παΐσιος» γιατί, όπως είχε πει, είχε τον σωστό αριθμό επεισοδίων και δεν πλάτειαζε. Όπως χάρηκε και την συμμετοχή του στην διεθνή παραγωγή Επιστροφή του σκηνοθέτη Ουμπέρτο Παζολίνι. Ήταν μια νέα διασκευή πάνω στην Οδύσσεια, όπου υποδύθηκε τον πατέρα του Οδυσσέα, Λαέρτη. Τον Οδυσσέα υποδύθηκε ο Ρέιφ Φάινς, τον οποίο θεωρεί σπουδαίο ηθοποιό.
Ο Νικήτας Τσακίρογλου ξέρει ότι «Έχω κερδίσει την εκτίμηση του κόσμου, αλλά αυτό δεν έγινε χωρίς κόπο». Και προσθέτει: «Είμαι πλήρης ευτυχίας και πλήρης ημερών. Θέλω ο Θεός να μου φέρει υγεία, για να μην προκαλώ τον οίκτο του κοινού. Για να καταλήξει πως «Το παρόν είναι δύσκολο να το κρίνεις. Το ζεις, το βιώνεις και προσπαθείς για το καλύτερο. Και είναι όμορφη η ζωή».

Σπύρος Δευτεραίος
















