Η εφημερίδα Κόσμος που ιδρύθηκε από τα αδέλφια Μιχαήλ και Νικόλαο Νικολαΐδη το 1906 και τυπωνόταν στο ιδιόκτητο τυπογραφείο τους με την ονομασία «Τύπος», ήταν μια από τις πιο μακροημερεύουσες και έγκυρες εφημερίδες της Ιωνίας, η οποία είχε τα γραφεία της στην Ευρωπαϊκή οδό στον αριθμό 136 στη Σμύρνη. Στο φύλλο της αρ.1066 της 10/23 Αυγούστου 19211, φιλοξενούσε στο πρωτοσέλιδό της ένα γράμμα από τον Πόντο, που κόμιζε στην ιωνική πρωτεύουσα τα άσχημα χαμπέρια.
Τραγική ειρωνεία, το πρωτοσέλιδο αυτό με τα φρικτά νέα από τον Πόντο δημοσιεύτηκε έναν ακριβώς χρόνο πριν από τα γεγονότα της Καταστροφής της Σμύρνης. Φανταστείτε τους Σμυρνιούς αστούς να κάθονται στην παραλία του Κε, στην πιο όμορφη προκυμαία ελληνικής πόλης που υπήρξε ποτέ, να διαβάζουν για τα δεινά του ελληνισμού του Πόντου και να συμπονούν τους αδελφούς τους, αγνοώντας τι επρόκειτο να συμβεί και στους ίδιους μετά από λίγο καιρό.

Το γράμμα που απόσπασμά του φιλοξενούνταν στο πρωτοσέλιδο της Σμυρναίικης εφημερίδας Κόσμος, το έγραψε μια Ποντία από την Ινέπολη και το έστειλε στον αδελφό της ο οποίος διαβιούσε και δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά στην Σμύρνη.
Κρύβει μέσα του τον πόνο των προγόνων μας, τα βάσανα και τα μαρτύρια του ελληνισμού της Ανατολής. Δείχνει την κτηνώδη λύσσα των Τούρκων και την εμμονή τους να ξεριζώσουν κάθε τι ελληνικό.
Καταδεικνύει όμως και κάτι ακόμα, την τραγική θέση ενός ανθρώπου, ενός αδελφού που ανήμπορος να κάνει κάτι για να προστατέψει την αδελφή του, αποφασίζει να δημοσιεύσει ένα μέρος της επιστολής που έλαβε από την ίδια –ίσως την τελευταία της– για να την μοιραστεί με το ευρύ κοινό. Θαρρείς με αυτόν τον τρόπο, με τη δημοσίευση αυτών που του εκμυστηρεύτηκε η αδελφή του, θα μπορούσε να απαλύνει τον πόνο του. Θαρρείς και κάποιος από μηχανής Θεός θα επενέβαινε σαν σε αρχαία τραγωδία και θα έδινε λύση στη σύγχρονη τραγωδία της Ρωμιοσύνης.

Το άρθρο της εφημερίδας έχει τίτλο Από την τραγωδίαν του Πόντου – Συγκινητικαί αφηγήσεις ενός θύματος και ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας γράφει στην εισαγωγή του: Εξ επιστολής προς συμπολίτην μας εξ Ινεπόλεως παρά της αδελφής του μεταφέρομεν την κάτωθι περικοπήν εν σχέσει με τους διωγμούς του Πόντου, εν η χρωματίζεται καθαρά η εικών της τραγικής θέσεως του ελληνισμού.
«…Δεν ξεύρεις, δεν φαντάζεσαι τι πάθαμε και τι κακές μέρες περάσαμε. Σαν τα αρνιά μαζεύανε την ημέραν της Αναλήψεως όλους τους Ρωμιούς από τα σπίτια τους και αφού εβάλανε χωριστά τους άνδρας στον Τσεπ χανέ γύρω και χωριστά τας γυναίκας στο Τσαϊ, περιμένανε διαταγή με βόμβες έτοιμες για να μας κάψουν χωριστά. Φαντασθήτε την τραγικήν μας θέσι. Δάκρυα δεν έμειναν πλέον στα μάτια μας και οι φωνές μας πια δεν έβγαιναν. Περιμέναμε από στιγμή σε στιγμή το φρικτό τέλος μας.
»Αναμέναμε τον απαίσιο χάρο που εφτερούγιζε γύρω τριγύρω μας. Τα πρόσωπα μας κατακίτρινα σαν φαντάσματα βουβοί από το φόβο που παρέλυε κάθε σκέψι και παραδομένοι σε κάποια νάρκη με τα μάτια προσηλωμένα στα χέρια που κρατούσαν τις βόμβες έτοιμες στο πρώτο νεύμα του απαίσιου αρχηγού για να μας αφαιρέσουν την ζωήν, περιμέναμε την φρικαλέα στιγμή όταν έξαφνα εκεί που περιμέναμε το φρικτό τερματισμό της ζωής μας έρχεται δεύτερη διαταγή για την εξορία μας. Κάποια ανακούφισις. Η ζωή είναι γλυκειά μολονότι και ο νέος Γολγοθάς είναι απαισιότερος από τα ολιγόλεπτα βάσανα του θανάτου.

»Την τελευταίαν στιγμήν μανθάνω ότι μας εξορίζουν για τη Σαφράμπολη. Προ τεσσάρων μηνών είχαν εξορισθή οι γεροντότεροι και οι άνδρες πλην των γυναικών. Τώρα όλος ο ελληνικός πληθυσμός της Ινεπόλεως χωρίς να εξαιρούνται και αυτά ακόμη τα βρέφη και οι έγκυες θα τραβούμε πεζοπορούντες στο απαίσιο τέρμα της δυστυχισμένης μας ζωής».
















