Ο Χαράλαμπος Τσιτουρίδης γεννήθηκε στο Πουλαντζάκ, παραθαλάσσια πόλη του Εύξεινου Πόντου, 14 χλμ δυτικά της Κερασούντας και 116 χλμ. βορειοδυτικά της Αργυρούπολης. Οι Έλληνες κάτοικοι του οικισμού χρησιμοποιούσαν συχνότερα το όνομα Πουλαντζάκη.
Ο ελληνικός πληθυσμός του οικισμού ανερχόταν περίπου στους 2.500 κατοίκους, οι οποίοι κατάγονταν από την Αργυρούπολη και μιλούσαν ποντιακά.
Μετά τον Α\ Παγκόσμιο Πόλεμο εγκαταστάθηκαν στην περιοχή κάποιες οικογένειες Τούρκων. Υπήρχε μια εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο και μια δεύτερη, η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, η οποία έμεινε ημιτελής λόγω των δυσχερών συνθηκών. Στον οικισμό λειτουργούσαν δύο επτατάξια αρρεναγωγεία κι ένα πεντατάξιο παρθεναγωγείο, ενώ οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με την οινοποιία και το ονομαστό κρασί της Πουλαντζάκ έφθανε ως την Κωνσταντινούπολη.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Στη δεύτερη εξορία πήγαμε μόνο άντρες. Καλοκαίρι ήταν. Ιούνιος. Από 15 χρονώ ως 55, μας μάζεψαν και μας έστειλαν ως το Άργανα Μαdέν.
Πρώτα μας μετάφεραν απ’ το Πουλαντζάκ στην Κερασούντα. Μας κλείσανε στο Ταs-κουσλά. Το Ταs-κουσλά πριν τον πόλεμο ήταν ελληνικό γυμνάσιο και το επίταξαν. Ήμασταν εφτακόσια άτομα, όλα μέσα απ’ την Κερασούντα και το Πουλαντζάκ. Καθίσαμε στο Ταs-κουσλά είκοσι μέρες κι ένα πρωί, ξημερώματα, μας έβγαλε έξω στο προαύλιο. Μας έδωσαν ένα ταΐν1 και ξεκινήσαμε. Πλούσιοι, φτωχοί, περπατούσαμε. Άλλοι άντεχαν, άλλοι δεν άντεχαν. Όσοι δεν ήταν συνηθισμένοι στις πορείες, λιποθυμούσαν στον δρόμο απ’ την κούραση και τη ζέστη. Δεν άντεχαν να περπατούν μέσα στη ζέστη. Πιο πολύ οι Κερασούντιοι έμποροι και πολίτες. Τους αφήναμε στο δρόμο. Οι συνοδοί δεν μας άφηναν να τους περιποιηθούμε. Μας συνόδευαν τζανταρμάδες με βούρδουλα.
Την πρώτη βραδιά μείναμε σ’ ένα χάνι στο Αγιού-τεπεσί, πιο πάνω απ’ την Πράσαρη. Νύχτα μας σηκώσανε και μπήκαμε στο δρόμο. Όπως πηγαίναμε, για να μη φύγει κανείς, έβαλαν σε κάθε είκοσι άνδρες έναν υπεύθυνο. Την άλλη μέρα το βράδυ φτάσαμε στην Κουλάκκαγια. Ξημερώματα ξεκινήσαμε. Όπως περπατούσαμε, σ’ ένα μέρος είχε γκρεμό.
Ένας Κερασούντιος, από το φόβο του ότι θα μας σκότωναν, έκανε πως δένει τα τσαρούχια του και πετάχτηκε στον γκρεμό. Κύλησε κάτω, σκάλωσε και πάλι κύλησε. Πήγε ο χωροφύλακας και τον βρήκε μισοσκοτωμένο. Τον πήγαν στην Κουλάκκαγια και πέθανε.
Αρχηγός του σεφκιέτ ήταν ο διοικητής χωροφυλακής του Πουλαντζάκ. Όπως πηγαίναμε έπεσε απ’ το άλογο κι έσπασε το κεφάλι του. Από τότε δεν μας είχε με τη βία. Πήγαμε στο Εϊρίπελ της Γαράσαρης.2 Καθίσαμε στα χάνια του Ασαρτζούκ κι από κει στην Τάμζαρα. Καθίσαμε τρεις μέρες.
Μετά πήγαμε στο Σεbίν Καράχισαρ. Επειδή ήταν στο Σούσεχρι ο Τοπάλ Οσμάν, μας κράτησε στο Σεbίν Καράχισαρ ο νομάρχης, για να μην πάθουμε τίποτε, για να μην πάμε και πέσουμε στον δρόμο και μας σφάξει. Ήρθαν οι Τούρκοι οι μεγάλοι κι έγιναν εγγυητές και μας πήραν. Μας μοίρασαν: Άλλοι πήγαν κι έμειναν στη μητρόπολη, άλλοι στις εκκλησίες και άλλοι στα σπίτια. Έρχονταν ο ένας κι ο άλλος: «Δώσε μου πενήντα!». «Δώσε μου εκατό!». «Δώσε μου δέκα!».
Μετά τις τρεις μέρες, ήρθαν και μας μάζεψαν απ’ τα σπίτια, τις εκκλησίες και μας δώσανε δρόμο, διότι ο Τοπάλ Οσμάν τράβηξε προς την Αμάσεια. Ο δρόμος ήταν ελεύθερος πια. Πήγαμε στο Σούσεχρι. Μείναμε ένα βράδυ και μετά τραβήξαμε για τη Ζάρα. Καθίσαμε μια βραδιά και μετά πήγαμε στο Κότσχισαρ. Μείναμε ένα βράδυ μέσα σ’ ένα τζαμί. Ο χότζας παρακάλεσε να μη λερώσουμε το τζαμί. Την άλλη μέρα πήγαμε στη Σεβάστεια. Εκεί ανταμώσαμε ένα σεφκιέτ που ερχόταν απ’ την Τοκάτη και τη Σαμψούντα. Από τη Σεβάστεια, αφού μείναμε μια βραδιά σε μια αρμένικη εκκλησία, συνεχίσαμε την πορεία. Δεν είχαμε πια φόβο σφαγής, γιατί ο Τοπάλ Οσμάν δεν δρούσε προς τα εκεί. Δεν είχε επιρροή.
Απ’ τη Σεβάστεια πήγαμε στο Κεμίρ-χανέ, στο Καγκάλ και μετά από μια δυο μέρες ανάπαυση πήγαμε στη Μαλάτεια. Μας άφησαν έξω απ’ την πόλη. Ως να φτάσουμε στη Μαλάτεια υποφέραμε πολύ από νερό. Όταν ήμασταν στο Καγκάλ και θα ξεκινούσαμε, μας είπαν οι χωροφύλακες να γεμίσουμε με νερό όσα σκεύη είχαμε, γιατί δέκα ώρες ως τη Μαλάτεια δεν θα βρίσκαμε νερό. Στο δρόμο, όμως, τελείωσε το νερό μας. Άρχισαν οι λιποθυμίες απ’ τη δίψα.
Οι τζανταρμάδες, όπως πλησιάζαμε στα χάνια, πήγαιναν μπροστά και κάνανε συμφωνία με τους χαντζήδες να πάρουν διπλή τιμή για το νερό για να κερδίσουν κι αυτοί.
Πριν να φτάσουμε στη Μαλάτεια, βρήκαμε έναν ξεροπόταμο με στεκούμενα νερά, πράσινα. Έπεσε πάνω ο κόσμος κι έπινε. Οι τζανταρμάδες φώναζαν: «Μη! Μη! Θα δηλητηριαστείτε». Ήπιαμε και δεν πάθαμε τίποτε. Μια άλλη φορά τόσο πολύ διψούσαν μερικοί, ώστε έπιναν τα κάτουρα που άφηναν τα ζώα στις πατημασιές τους.
Στο δρόμο προς τη Μαλάτεια μάς είχαν κατά εξάδες και με το βούρδουλα βαδίζαμε. Έξω απ’ τη Μαλάτεια σταθήκαμε. Την άλλη μέρα περάσαμε τον Ευφράτη από κάτι ξύλινες γέφυρες και κοντά σ’ ένα καρακόλ μάς σταμάτησαν. Οι Κούρδοι όρμηξαν και μας λήστεψαν τα φέσια που φορούσαμε. Περάσαμε μετά στο Ελ Αζίζ και κοιμηθήκαμε έξω απ’ το χωριό Λαχανάκιοϊ. Την άλλη μέρα συνεχίσαμε την πορεία μας προς το Άργανα Μαdέν.
Όπως πηγαίναμε, ένας Ορdουλούς [από τα Κοτύωρα] είχε ένα πανωφόρι καλό. Ένας χωροφύλακας του το ζήτησε, κι επειδή δεν το έδωσε, ο χωροφύλακας έδωσε αλύπητο ξύλο σε όλους.
Πηγαίνοντας παρακάτω είδαμε τρεις καβαλαραίους από μακριά. Μόλις τους είδαμε πέσαμε στο χώμα και φωνάζαμε: «Πατισαχούμ τσοκ γιασά».3 Ήρθαν και μας ρώτησαν: «Τι γυρεύετε; Τι έχετε;». «Μας σκότωσαν στο ξύλο!». «Για ποιο λόγο;». Κάλεσαν τον χωροφύλακα που μας έδειρε. Τον κατέβασαν απ’ το άλογο και τον έδειραν, τον έβρισαν. Πήραν τον χωροφύλακα και τον έστειλαν στο στρατοδικείο. Αυτοί οι τρεις ήταν ο καϊμακάκης του Dιαρμπεκίρ, ο άλλος ήταν μουδούρης κι ο άλλους γιούζμπασης.
Φτάσαμε στο Άργανα Μαdέν. Μας βάλανε σε μια αρμένικη εκκλησία και σε σπίτια ελληνικά. Βρίσκονταν λίγοι Έλληνες εκεί καταγόμενοι απ’ την Κιμισχανά.4 Μείναμε δεκαπέντε μέρες. Τριάντα δύο άτομα από μας τους πήγαν στη Μαλάτεια, όπου τους άφησαν και δούλευαν ελεύθερα.
Μετά από δεκαπέντε μέρες ήρθε διαταγή να πάμε στα αμελέ ταμπουρού. Μας πήγαν στο χωριό Οσμανιέ, στο Τερμούλ-χάνι. Κουβαλούσαμε πέτρες και τις σπάναμε. Ήρθε ένας χιλίαρχος και μας χώρισε σε λόχους. Φέρναμε πέτρες από μια ώρα απόσταση και τις σπάναμε. Τις κάναμε χαλίκια πάνω στον δημόσιο δρόμο. Δύο νομάτοι έπρεπε να σπάνουν ένα κυβικό χαλίκια την ημέρα.
Έτσι δουλέψαμε ως τα 1922. Όταν γινόταν μεγάλος χειμώνας, μας πήγαιναν στο Οσμανιέ. Είχε πολύ χιόνι εκεί. Κάμποσους μήνες μέναμε και μετά πάλι γυρνούσαμε στο Τερμούλ χάνι. Οι ντόπιοι κάτοικοι κι οι χριστιανοί έλεγαν το βουνό Άργανι. Κι ο Ξενοφών με τους Μυρίους έμεινε έξι μήνες σ’ αυτό το βουνό. Το είδα αυτό το βουνό. Στην κορυφή του ήταν το ασκηταριό του προφήτη Ιεζεκιήλ.
Στα 1922, τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο, μας είπαν ότι θα γίνει Ανταλλαγή. Μας ανάγκασαν να πούμε ότι δεν έχουμε να διεκδικήσουμε χτηματική περιουσία. Δηλώσαμε. Μας πήραν πάλι τζανταρμάδες και μας πήγαν προς το Χαλέπι, προς τα γαλλικά σύνορα. Με τα πόδια τρεις μέρες περπατήσαμε και πήγαμε στην Ούρφα. Κοιμηθήκαμε αλλά μας φύλαγαν τζανταρμάδες, γιατί οι Τούρκοι ήταν άγριοι. Ξημερώματα πήγαμε προς τον Ευφράτη. Περάσαμε το ποτάμι και πήγαμε στο Πιλαρτζίκ, στην πόλη σιμά που την λένε Τσοραπολόζ,5 σύνορο Γαλλίας και Τουρκίας. Μας περίλαβε η Αμερικάνικη περίθαλψη, μας έδωσε ψωμί κι από κει σιδηροδρομικώς πήγαμε στο Χαλέπι. Καθίσαμε, και όσοι είχαν λεφτά με ατομικά έξοδα έφυγαν μέσω Βηρυτού στην Ελλάδα…
















