Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο, παρά τη συγγένεια του αυτοκρατορικού οίκου της Γερμανίας με τον βασιλικό οίκο της Ελλάδας, ότι η Γερμανία, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, είχε προαναγγείλει τον αφανισμό του ελληνισμού της Μικράς Ασίας στην περίπτωση που θα παραχωρούνταν τα νησιά του αρχιπελάγους στην Ελλάδα.
Ο πρέσβης της Γερμανίας στην Κωνσταντινούπολη Hans Freiherr von Wangenheim μιλούσε με βεβαιότητα, γιατί ήταν –όπως έμμεσα αποδεικνύεται από μια έκθεσή του– συνεισηγητής αυτής της πολιτικής για τον αφανισμό των Ελλήνων μαζί με τη δικτατορική νεοτουρκική τριανδρία Ismail Εnver Pasha, Μehmed Talaat Pasha και Αhmed Djemal Pasha. Όπως ομολογεί ο ίδιος, οι Έλληνες της Τουρκίας μετά την οριστική απώλεια των νησιών θα διώκονταν με τα σκληρότερα, όσο ποτέ άλλοτε, μέτρα. Η συνενοχή της Γερμανίας έμελλε να κορυφωθεί με την άφιξη του Liman von Sanders στην Κωνσταντινούπολη και την ανάληψη από τον ίδιο της γενικής διοίκησης του οθωμανικού στρατού.
Η Γερμανία μετά το Συνέδριο του Βερολίνου αναγορεύτηκε προστάτης και εν μέρει οικονομικός συνδιαχειριστής του τεράστιου πρωτογενούς επίγειου και υπόγειου πλούτου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ως αμοιβή στον αυτοκράτορά της Bismarck για τις πολύτιμες υπηρεσίες που προσέφερε στον σουλτάνο όταν κρινόταν η τύχη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με την ουσιαστική πλέον συμμετοχή της Γερμανίας στα γεωστρατηγικά και πολιτικοοικονομικά συμφέροντα της Πύλης, το Ανατολικό Ζήτημα μπήκε σε έναν νέο, άγνωστο και δύσβατο δρόμο, που δεν οδηγούσε σε λύση του προβλήματος. Αντίθετα, συνέβαλε, λόγω των μεγάλων συγκρουόμενων συμφερόντων, στην παγκόσμια πολεμική σύρραξη.

Tο 1882 έφτασε στην Κωνσταντινούπολη η πρώτη, μετά το 1839, γερμανική στρατιωτική αποστολή για την αναδιοργάνωση του ηττημένου (1878) σουλτανικού στρατού. Η πολύχρονη παρουσία του αναμορφωτή της στρατιωτικής οργάνωσης στρατηγού von der Goltz (1883-1895) είχε επηρεάσει θετικά το πολιτικοστρατιωτικό περιβάλλον του απολυταρχικού σουλτάνου Abdul Ηamid αλλά και των Νεοτούρκων αργότερα για την προώθηση των γερμανικών συμφερόντων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Μαζί με τη στρατιωτική αποστολή, το 1882, εγκαταστάθηκε και η γερμανική τράπεζα Deutsche Bank η οποία αγόρασε τα δικαιώματα για την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Νικομήδειας-Άγκυρας. Το έργο αυτό αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια για σιδηροδρομική επικοινωνία με τη Βαγδάτη, και το μέσο για την υλοποίηση των ιμπεριαλιστικών φιλοδοξιών της Γερμανίας στην ευρύτερη περιοχή. Η ευνοϊκή γερμανοοθωμανική σύμβαση εμπορίου, το 1890, έδωσε τη δυνατότητα στο γερμανικό εμπόριο να απλωθεί σε όλη την Ανατολή ως το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η Μικρά Ασία έγινε το σημαντικότερο πεδίο δράσης του γερμανικού κεφαλαίου με κινητήρια δύναμη τη γερμανική τράπεζα, η οποία καθόριζε και τη γερμανική οικονομική πολιτική στην Ανατολή.
Η Γερμανία αντίστοιχα συμμετείχε στον αποικιακό ανταγωνισμό γιατί διαπίστωσε ότι η Ανατολή εξυπηρετούσε ποικιλότροπα τα ιμπεριαλιστικά της ενδιαφέροντα. Η Μικρά Ασία ήταν μια χώρα πλούσια σε πρώτες ύλες, ανοικτή στην πώληση των βιομηχανικών γερμανικών προϊόντων, και κόμβος υψίστης στρατιωτικής σημασίας – δηλαδή αποτελούσε ιδανική περιοχή για την επίτευξη των βιομηχανικών, εμπορικών και τραπεζικών της σχεδίων. Ο Franz Köhler υπερασπιζόταν ωμά στο βιβλίο του Der neue Dreibund την άποψη ότι «…τα μικρασιατικά εδάφη είναι η λύση, εκεί θα μεγαλουργήσουμε εκτοπίζοντας τον συναγωνισμό των άλλων λαών εξαιτίας του “υπέρτερου” πολιτισμού και της οικονομικής ζωής που θα συγκεντρωθεί στα χέρια μας… Tους φίλους μας θ’ αναζητήσουμε ανάμεσα σ’ εκείνους τους λαούς που έχουν κοινούς μ’ εμάς εχθρούς».

Το 1889 ο κάιζερ Wilhelm II, για να ενισχύσει προσωπικά τη γερμανική προπαγάνδα, επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη μοιράζοντας εκατοντάδες παράσημα σε μουσουλμάνους τιτλούχους και επιβραβεύοντας με αυτές τις τιμητικές διακρίσεις τις βαρβαρότητες που είχαν διαπράξει. Παράλληλα, άνοιξε τις πύλες της στρατιωτικής ακαδημίας του Βερολίνου στους τουρκογενείς μουσουλμάνους αξιωματικούς. Ο αυτοκράτορας της Γερμανίας, επιστρέφοντας από αυτό το πρώτο ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, συναποκόμιζε –για λογαριασμό της Deutsche Bank– την άδεια κατασκευής και λειτουργίας ενός νέου λιμανιού δίπλα στις εγκαταστάσεις του Haidar Pasha, και επίσης την άδεια για την εκμετάλλευση της εμπορικής διακίνησης και του τελωνείου του.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία έγινε ο αιώνιος οφειλέτης των Γερμανών βιομηχάνων Siemens, Gwinner, Ηelferich κ.ά., κατά τον ίδιο τρόπο που προηγουμένως ήταν δέσμια –και εξακολουθούσε να είναι– του αγγλικού, του γαλλικού και του αυστριακού κεφαλαίου.
Η μικρασιατική οικονομία των γεωργών γίνεται αντικείμενο ενός καλά οργανωμένου μηχανισμού απομύζησης προς όφελος και συμφέρον του ευρωπαϊκού (και στην προκειμένη περίπτωση προπάντων της γερμανικής τράπεζας και του γερμανικού βιομηχανικού) κεφαλαίου.
Το πολιτικό τμήμα εξωτερικών υποθέσεων του υπουργείου Εξωτερικών του Βερολίνου βομβαρδιζόταν με πολυσέλιδες αναφορές της διεισδυτικής λογικής του συνθήματος «drang nach Osten». Όλες οι σχετικές εκθέσεις ήταν ενθαρρυντικές για το μέλλον της Γερμανίας στον γεωγραφικό αυτό χώρο. Tα μοναδικά εμπόδια ήταν η υψηλή επιστασία των Άγγλων και Γάλλων στον κρατικό οθωμανικό μηχανισμό και οι χριστιανικές μειονότητες της Ανατολής, δηλαδή οι Έλληνες και οι Αρμένιοι, γιατί από τη μια κρατούσαν στα χέρια τους το εμπόριο και γενικότερα την οικονομία, και γιατί, από την άλλη, τους θεωρούσαν στηρίγματα των Αγγλογάλλων. Για να πετύχουν στα σχέδιά τους, δεν δίσταζαν να συκοφαντούν τους Έλληνες στον σουλτάνο και να εκμεταλλεύονται την παραμικρή πολιτική ανωμαλία που θα μπορούσε να τους ενοχοποιήσει και ν’ αποβεί σε βάρος τους. Γενικότερα, παρουσίαζαν τα εθνικά κινήματα σαν «φονικά όπλα» που θα επέφεραν τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και παρακινούσαν τους μουσουλμάνους να στραφούν με κάθε μέσο εναντίον τους

Tο 1895 ο Wilhelm II απέρριψε το σχέδιο διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του Salisbury, που προτάθηκε από τις κυβερνήσεις της Βιέννης και του Λονδίνου ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τις σφαγές των Αρμενίων, ενώ τρία χρόνια αργότερα πραγματοποίησε νέο ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη για περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων των δύο αυτοκρατοριών. Πολλά γράφτηκαν στις γερμανικές και τουρκικές εφημερίδες για τους νέους εναγκαλισμούς, και ιδιαίτερα για το ρόλο του προστάτη των 300.000.000 μουσουλμάνων, που υποσχέθηκε δημόσια στη Δαμασκό.
Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του προστάτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Ισλάμ, που ανέλαβε με σκοπό να εξασφαλίσει την υπεροχή της Γερμανίας στη σημαντική αυτή οικονομικά περιοχή, θα ξαναφέρει τον Γερμανό αυτοκράτορα για τρίτη φορά στην Ανατολή, τον Οκτώβριο του 1917, κι αυτήν τη φορά στην Κωνσταντινούπολη.
Η γερμανόφωνη εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης Osmanischer Lloyd σε άρθρο της τον Οκτώβριο του 1917 με τίτλο Αυτοκράτορά μας, καλώς ήρθατε, χαιρέτιζε με ενθουσιασμό την άφιξή του: «Ο μεγάλος φίλος της Τουρκίας και του σουλτάνου είχε έρθει για να εκφράσει τη συναδελφική ευγνωμοσύνη για την πιστή εκπλήρωση των συμμαχικών καθηκόντων στους ηρωικούς υπερασπιστές των Δαρδανελλίων και των άλλων συνόρων που έχουν στη σημαία τους την ανατέλλουσα σελήνη».
Ο Wilhelm II, χριστιανός αυτοκράτορας μιας χριστιανικής χώρας, εμφανιζόταν μπροστά στη διεθνή κοινότητα ως «φίλος του λαού του Ισλάμ και των Τούρκων», μολονότι ήταν εν γνώσει του οι σφαγές των Αρμενίων του 1915 και οι διωγμοί των Ελλήνων. Τα αρχεία του υπουργείου Εξωτερικών της Γερμανίας ήταν πλήρως ενημερωμένα για τις βαρβαρότητες των Νεότουρκων συμμάχων τους κατά την περίοδο της τρίτης αυτής επίσκεψής του Γερμανού αυτοκράτορα.
Η απληστία του Wilhelm II δεν έβρισκε ικανοποίηση στην εκμετάλλευση μόνον του σιδηροδρόμου και του υπόγειου και υπέργειου πλούτου της Τουρκίας. Απώτερος στόχος του ήταν ο αποκλειστικός έλεγχος όλων των ζωτικών θεμάτων της Ανατολής. Επιδίωκε να εκδιωχθούν τελείως οι Άγγλοι και οι Γάλλοι και να συντριβούν οι Έλληνες. Αυτό ακριβώς δίδασκε σε βιβλίο του με τον τίτλο Πώς θα ζήσει η Τουρκία Γερμανός περιηγητής.
Ο R. Schöfer, συμμετέχοντας στην οργανωμένη αποστολή Γερμανών επιστημόνων στη Μικρά Ασία ως ιεραποστόλων του παγγερμανισμού και του παντουρκισμού, και διαπιστώνοντας επιτόπου την πραγματικότητα, εκθέτει, αποποιούμενος τον προπαγανδιστικό του ρόλο, ως εξής την κατάσταση: «Ο χριστιανικός πληθυσμός στην Τουρκία αποτελεί μόνο το ένα τρίτο του όλου πληθυσμού. Η σημασία του όμως είναι πολύ μεγάλη στην οικονομική και την πολιτιστική περιοχή. Εμπόριο και βιοτεχνία στηρίζεται κατά το 90% σε χριστιανικά χέρια και μόνο κατά 10% σε μωαμεθανικά». Η ανθηρή αυτή ελληνική οικονομία έπρεπε πάση θυσία να περάσει στα γερμανικά χέρια, και ο πόλεμος, σίγουρα, διευκόλυνε αυτήν τη μετάβαση.
Οι Νεότουρκοι γνώριζαν πολύ καλά ότι η παρουσία του γερμανικού στρατού ήταν ένα αναγκαίο κακό. Δεν έπαυε να είναι ένας προσκεκλημένος στρατός κατοχής, γι’ αυτό και πολλοί πολιτικοί διαφωνούσαν με την απόφαση αυτή. Ένας Οθωμανός βουλευτής ρώτησε, σύμφωνα με τον Morgenthau, τον Talaat: «Γιατί παραχωρείτε στη Γερμανία τη διοίκηση της χώρας; Δεν καταλαβαίνετε ότι με τη στρατιωτική αποστολή η Γερμανία σκοπεύει να κάνει την Τουρκία αποικία της, όπως έκαναν οι Άγγλοι την Αίγυπτο;».
Η απάντησή του ήταν ρεαλιστική, ειλικρινής και ωμή: «Tο καταλαβαίνω πολύ καλά, αλλά γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να ανορθώσουμε τη χώρα με τους δικούς μας πόρους και τα δικά μας μέσα. Σκοπός μας είναι να επωφεληθούμε από τη βοήθεια των Γερμανών. Θα ζητήσουμε τη βοήθειά τους για τη διοργάνωση και την προστασία του κράτους και ύστερα θα τους αποχαιρετήσουμε ευγενικά και θα τους διώξουμε μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες».
Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης
















