Εις τα ιδιώματα Κοτυώρων, Τραπεζούντος και Χαλδίας, το ρήμα ζαλαλώνω εσήμαινε ξυλοκοπώ τινά τόσον πολύ, ώστε να καταστή άφωνος και ημιθανής, οίον εντώκεν κ’ εζαλάλωσεν το παιδί μ’ (εντώκεν = εκτύπησε), αλλαχού δε του Πόντου εσήμαινεν απλώς ζαλίζω, σκοτίζω.
Το ρήμα είναι προϊόν συμφύρσεως του ζαλίζω και αλαλώνω.
Το δεύτερον ρήμα είναι σήμερον γνωστόν εις το ηπειρωτικόν ιδίωμα σημαίνον καθιστώ τινά άφωνον, φιμώνω, και μέσον αλαλώνομαι = περιπίπτω εις σύγχυσιν και ταραχήν – θα ελέγετο όμως και εις τον Πόντον. Την γνώμην μου ενισχύει το ομοίας συμφύρσεως προϊόν του κεφαλληνιακού ιδιώματος ζαλαλιάζω = καθιστώ τινά εντελώς άλαλον, δηλ. ανόητον, αποκτηνώνω, αποβλακώνω, εκ των ρημάτων ζαλίζω και αλαλιάζω. […]
Ερχόμεθα τώρα εις το επίθετον ζαλαλός το απαντών εις το επόμενον άσμα αγνώστου περιφερείας του Πόντου:
πουλλόπο μ’, εροθύμεσα τ’ ομμάτα σ’ να ελέπω
κι άλλα πέντε αν ’κ’ ελέπ’ ατα, πουλλί μ’, θα παλαλούμαι,
θα ’φτάγω άγρα παλαλά να λεγ’νε παλαλός έν’,
θα ’φτάγω άγρα ζαλαλά να λεγ’νε ζαλαλός έν’.
[πουλάκι μου, επεθύμησα να ιδώ τα μάτια σου, και αν δεν τα ιδώ άλλα πέντε (ενν. χρόνια) πουλί μου θα τρελαθώ, θα κάνω άγρια και ανόητα πράγματα για να λέγουν πως είναι τρελός, θα κάνω άγρια και ζαλαλά για να λέγουν πως είναι ζαλαλός]
Από τα συμφραζόμενα και από την γνωστήν μας σημασίαν του ζαλαλώνω φαίνεται ότι το ζαλαλός σημαίνει ζαλισμένος, σκοτισμένος μέχρι τρέλας, και πράματα ζαλαλά είναι αι πράξεις του τοιούτου ανθρώπου. […]
















