Η επεκτατική πολιτική της Τουρκίας ώθησε την Ελλάδα να αναζητήσει χώρες που αντιμετωπίζουν κι αυτές προβλήματα με την Τουρκία, και πάνω σε έναν «κοινό» τόπο προσπαθεί να οικοδομήσει συμμαχίες που ενισχύουν την αποτρεπτική ικανότητα της χώρας. Το ίδιο κάνει και η Κυπριακή Δημοκρατία.
Στη βάση αυτής της λογικής και πάνω σ’ αυτόν τον «κοινό τόπο» προχωρούν οι συνεργασίες στον αμυντικό –αλλά και σε άλλους τομείς– με τη Γαλλία, το Ισραήλ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Αίγυπτο κτλ.
Η Ελλάδα μπορεί να εξοπλίζεται και να έχει αποκτήσει ποιοτικό πλεονέκτημα στον αέρα και στη θάλασσα έναντι της Τουρκίας, όμως έχει μια χαρακτηριστική και κρίσιμη αδυναμία. Η εθνική μας άμυνα είναι απολύτως εξαρτημένη από τις χώρες που μας προμηθεύουν τα οπλικά συστήματα. Αυτό σημαίνει ότι την κρίσιμη στιγμή η προμηθεύτρια χώρα, για λόγους που σχετίζονται με τα δικά της συμφέροντα, μπορεί να μην είναι δίπλα μας, εκτός κι αν δεσμεύεται από μεταξύ μας συμφωνία.
Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα, η οποία αντιμετωπίζει το κύριο πρόβλημα, που σχετίζεται με την διατήρηση της εδαφικής της ακεραιότητας, δεδομένου ότι οι απειλές για κατάληψη των νησιών και της Δυτικής Θράκης και «διόρθωση» της γεωγραφίας εκτοξεύονται πλέον ανοικτά, είναι υποχρεωμένη τις συμφωνίες που έχει υπογράψει με διάφορες χώρες, να τις «μοχλεύει» αν είναι δυνατόν καθημερινά, για να είναι σίγουρη ότι την κρίσιμη στιγμή η άλλη πλευρά θα είναι εκεί.
Όσο για τους προβληματισμούς που εκφράζονται για το αν η Γαλλία –με την οποία έχουμε υπογράψει συμφωνία με πρόνοια «αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής»– θα σταθεί στο πλευρό μας, και αν οι Γάλλοι στρατιώτες θα πολεμήσουν για να υπερασπιστούν την εδαφική ακεραιότητα της χώρας μας, υπάρχουν τρόποι να μας στηρίξει η Γαλλία την κρίσιμη στιγμή, χωρίς να εκτεθούν σε κίνδυνο οι Γάλλοι στρατιώτες.
Το κρισιμότερο για την άμυνα της Ελλάδας είναι η έλλειψη εθνικής αμυντικής βιομηχανίας, που μας υποχρεώνει να προμηθευόμαστε οπλικά συστήματα και πυρομαχικά από τις σύμμαχες χώρες. Είναι γνωστό ότι η κάθε χώρα διατηρεί συγκεκριμένα αποθέματα πυρομαχικών και ανταλλακτικών, τα οποία επαρκούν για ορισμένες ημέρες αγώνα. Η Ελλάδα στον τομέα αυτόν έχει έλλειψη βάθους, σε σχέση με την Τουρκία, η οποία έχει τη δική της αμυντική βιομηχανία και μπορεί να αναπληρώνει τα πυρομαχικά που καταναλώνει στον πόλεμο, χωρίς να εξαρτάται από άλλες χώρες.
Εδώ, λοιπόν, είναι κρίσιμη η υποστήριξη των συμμάχων, εν προκειμένω της Γαλλίας, από την οποία έχουμε προμηθευτεί βασικά οπλικά συστήματα που μας δίνουν το επιχειρησιακό πλεονέκτημα έναντι της Τουρκίας.
Αν η Γαλλία μάς εξασφαλίσει πυρομαχικά, πυραύλους και ανταλλακτικά στη διάρκεια μιας πολεμικής σύγκρουσης, τότε θα εξαλείψουμε την έλλειψη βάθους, ενώ κρίσιμη θα είναι και η παροχή πληροφοριών, δορυφορικών εικόνων, και η συνδρομή σε άλλους τομείς που μπορεί να κρίνουν ακόμα και την έκβαση του αγώνα.
Αυτά σε εθνικό επίπεδο. Υπάρχει όμως και το ευρωπαϊκό επίπεδο, και οι προσπάθειες των Βρυξελλών να αποκτήσουν στρατηγική αυτονομία μετά τους κλυδωνισμούς και την αβεβαιότητα που έχει προκληθεί στο ΝΑΤΟ, λόγω των απειλών Τραμπ και κυρίως λόγω της αλλαγής στρατηγικού δόγματος των ΗΠΑ.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η συζήτηση για το ρόλο της Γαλλίας ως δύναμης αποτροπής στην Ευρώπη, με τις πληροφορίες να συγκλίνουν στο ότι το Παρίσι επιδιώκει να ενισχύσει τη λεγόμενη «πυρηνική ομπρέλα» του στην ευρωπαϊκή ήπειρο και να συμπεριλάβει σ’ αυτήν και την Ελλάδα, με αναμενόμενες αντιδράσεις από τη Ρωσία αλλά και από την Τουρκία.
Αυτές οι… τεκτονικές αλλαγές είναι που ώθησαν την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να δηλώσει το απροσδόκητο «Πρέπει να πετύχουμε την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έτσι ώστε να μην επηρεάζεται από τη Ρωσία, την Τουρκία ή την Κίνα. Πρέπει να σκεφτούμε ευρύτερα και γεωπολιτικά», με την οποία δήλωση τοποθετεί την Τουρκία στο ίδιο …τσουβάλι με Κίνα και Ρωσία, χαρακτηρίζοντάς την γεωπολιτική απειλή για την Ευρώπη.
Οι αλλαγές αυτές είναι σε εξέλιξη, και η Ελλάδα και η Κύπρος καλούμαστε να παίξουμε ρόλο στη διαμόρφωσή τους στο πλαίσιο της Ευρώπης. Κινήσεις που «ξεπλένουν» την Τουρκία πρέπει να αποφευχθούν, δεδομένου ότι η ίδια χτίζει ισχυρές σχέσεις με την Ισπανία, την Ιταλία, τη Γερμανία και τη Βρετανία, η οποία, παρότι δεν ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συνεχίζει να αποτελεί μέρος της Ευρώπης και να διεκδικεί ρόλο στη νέα αρχιτεκτονική άμυνας και ασφάλειας.
Έχουμε μπροστά μας έναν νέο και δύσκολο δρόμο και χρειάζονται προσεκτικές κινήσεις και συνεχή εγρήγορση.
Στο επόμενο άρθρο μας θα αναφερθούμε στις τεκτονικές αλλαγές που συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή και τον Νότιο Καύκασο.
















