Το Γενιτσαροχώρι βρισκόταν στα δυτικά παράλια της Αιολικής γης, σε στρατηγική θέση μόλις τρία χιλιόμετρα νοτιοδυτικά των Κυδωνιών (Αϊβαλί) και ένα χιλιόμετρο ανατολικά της λιμνοθάλασσας Çamlık. Λόγω της εγγύτητάς του, αποτελούσε ουσιαστικό προάστιο και ένα από τα δύο βοηθητικά λιμάνια των Κυδωνιών. Ο οικισμός ήταν γνωστός στους μουσουλμάνους της περιοχής ως Κιουτσούκ-κιοϊ (Küçükköy),1 ονομασία που φέρει επίσημα μέχρι σήμερα.
Το χωριό υπήρξε διαχρονικά ένας αμιγώς ορθόδοξος οικισμός.
Αν και οι κάτοικοι ήταν ελληνόφωνοι, η ανάγκη των εμπορικών συναλλαγών με τους γειτονικούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς τούς κατέστησε γνώστες και της τουρκικής γλώσσας. Σχετικά με την ίδρυσή του υπάρχουν δύο βασικές θεωρίες:
- Η πρώτη υποστηρίζει ότι δημιουργήθηκε μετά την Επανάσταση του 1821 από χριστιανούς πρόσφυγες του Αιγαίου και της Πελοποννήσου.2
- Η δεύτερη, που στηρίζεται σε βασιλικά διατάγματα και στην τοπική προφορική παράδοση, θεωρεί το χωριό προγενέστερο των Κυδωνιών (δηλαδή παλαιότερο του 16ου αιώνα).3
Η ιστορική του συνέχεια επιβεβαιώνεται από τον περιηγητή Didot στις αρχές του 19ου αιώνα,4 ενώ το 1821 υπέστη ερήμωση μετά την καταστροφή των Κυδωνιών. Κατά τον 20ό αιώνα, οι πηγές αναφέρουν πληθυσμό που κυμαινόταν από 1.500 έως 3.000 άτομα.5,6 Το 1914, στον απόηχο των Βαλκανικών Πολέμων, το χωριό εκκενώθηκε βίαια μετά από επιθέσεις ατάκτων,7 με τους κατοίκους να καταφεύγουν προσωρινά στη Μυτιλήνη πριν επιστρέψουν το 1919. Λίγο πριν την τελική έξοδο του 1922, ο πληθυσμός εκτιμάται ότι είχε αγγίξει τις 5.000 ψυχές.8

Διοικητικά, το Γενιτσαροχώρι υπαγόταν στο μουτεσαριφλίκι του Μπαλούκεσερ (βιλαέτι Προύσας), αν και οι πηγές παρουσιάζουν ορισμένες αποκλίσεις για τη διοικητική του ένταξη.9 Εκκλησιαστικά, από τη μητρόπολη Εφέσου πέρασε το 1908 στη δικαιοδοσία της τότε νεοσύστατης μητρόπολης Κυδωνιών.
Η οικονομία του χωριού βασιζόταν στη γεωργία, την κτηνοτροφία και τη βιομηχανική εξόρυξη. Καλλιεργούσαν ελιές, είχαν αμπέλια και οπωροκηπευτικά που τα διέθεταν στην αγορά των Κυδωνιών. Το λάδι και το κρασί αποτελούσαν σημαντικά εξαγώγιμα προϊόντα.
Μια εξαιρετικά κερδοφόρα δραστηριότητα που απασχολούσε έως και 500 εργάτες, με την παραγωγή αλατιού να εξάγεται στη Συρία και την Παλαιστίνη.
Η εξόρυξη της σαρμουσακόπετρας (ανδεσίτη), ενός σκοτεινού ηφαιστειογενούς πετρώματος, αποτελούσε κύρια πηγή εσόδων.
Κέντρο της κοινωνικής ζωής ήταν ο ναός του Αγίου Αθανασίου, όπου στο προαύλιο του φιλοξενούνταν τα σχολεία του χωριού (αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο).10

Η εκκλησιαστική επιτροπή κάλυπτε τα έξοδα συντήρησης των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ενώ υπήρχαν ειδικά κελιά για τη διαμονή δασκάλων και ιερέων.
Σημαντικό θρησκευτικό γεγονός αποτελούσε και η εορτή του Αγίου Γεωργίου, η οποία συνοδευόταν από παραδοσιακές ιπποδρομίες.
Η μακρόχρονη παρουσία του ελληνισμού στο Γενιτσαροχώρι τερματίστηκε οριστικά το 1922, όταν οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να προσφυγοποιηθούν στην Ελλάδα.

















