Κρυμμένο στις νότιες πλαγιές του βουνού Κιοσέ νταγ γνωστού και ως «σπανό βουνό» στη Σεβάστεια του Πόντου, το χωριό Δερέταμ (ή Τερέταμ ή Ντερέταμ και σήμερα Deredam) βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται στην επαρχία Ζάρας. Το χωριό ιδρύθηκε το 1845 από 40 οικογένειες μεταλλουργών χωριών της Αργυρούπολης και συγκεκριμένα των χωριών Αυλίαννα, Άδυσσα και Αμανάντων.
Τα θεμέλιά του μπήκαν σε μια περιοχή η οποία ήταν τσιφλίκι των μπέηδων της Ζάρας, Τσαχούλογλου –βάσει της ιστορικής βιβλιογραφίας και της τουρκικής ονοματολογίας για τη συγκεκριμένη οικογένεια το επώνυμο γράφεται Çahuloğlu– που τη χρησιμοποιούσαν ως θέρετρο και βοσκότοπο. Οι μπέηδες προσπάθησαν να αποτρέψουν την εγκατάσταση των Ελλήνων στην περιοχή αλλά χωρίς επιτυχία.
Οι Έλληνες όχι μόνο δημιούργησαν το χωριό αλλά έχτισαν και την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, ερείπια της οποίας υπάρχουν ακόμα στο Δερέταμ.
Όλη η περιοχή, εκτός από τα απέραντα δάση που είχε, ήταν εξαιρετικά πλούσια σε μεταλλεύματα. Ιστορικά ανήκε στην υποδιοίκηση της Ζάρας και εκκλησιαστικά υπαγόταν στην επαρχία Κολωνίας-Νικοπόλεως.
Με την Ανταλλαγή των πληθυσμών οι κάτοικοι εγκατέλειψαν το χωριό και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα.
Πολλοί πρόσφυγες από την ευρύτερη περιοχή της Σεβάστειας έστησαν το νέο σπιτικό τους σε περιοχές όπως η Νέα Σεβάστεια Δράμας, τα Σεβαστειανά στην Πέλλα και το Βατερό στην Κοζάνη.
Το Δερέταμ αποτελεί μία από τις λίγες περιπτώσεις οικισμών της περιοχής που διατήρησαν την ονομασία τους σχεδόν αυτούσια μέχρι σήμερα (Deredam), γεγονός που μαρτυρά την ισχυρή ταυτότητα που απέκτησε ο οικισμός από την ίδρυσή του. Ωστόσο ο τόπος, πλέον, κατοικείται από Κούρδους και ο πληθυσμός του, σύμφωνα με στοιχεία του 2023, ανέρχεται σε περίπου 113 κατοίκους.
















