Η όποια κατάπαυση του πυρός στο Ιράν δεν είναι ειρήνη, αποτελεί αναστολή των εχθροπραξιών χωρίς σαφές κείμενο, χωρίς κοινή ερμηνεία και με ανοιχτό το πιο κρίσιμο ερώτημα: αν περιλαμβάνει ή όχι και τον Λίβανο. Η Ουάσιγκτον και το Ισραήλ λένε πως όχι. Η Τεχεράνη, το Πακιστάν που μεσολάβησε, αλλά και ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επιμένουν ότι χωρίς τον Λίβανο η εκεχειρία είναι μισή και άρα ασταθής. Και το πεδίο επιβεβαιώνει αυτή την ασάφεια: το Ισραήλ συνεχίζει να πλήττει τη Χεζμπολάχ, η Βηρυτός μετρά εκατοντάδες νεκρούς, ενώ στο Στενό του Ορμούζ η κυκλοφορία δεν έχει επανέλθει σε κανονικότητα.
Αυτή δεν είναι ειρήνη. Είναι ένα διάλειμμα μέσα στην κρίση. Γι’ αυτό και ο πόλεμος δεν τελειώνει· απλώς αλλάζει μορφή.
Η ευθεία αμερικανοϊρανική αναμέτρηση μπορεί να παγώνει προσωρινά, αλλά η ένταση μεταφέρεται σε δύο ζώνες με τεράστιο βάρος: στον Λίβανο και στο Ορμούζ. Στον Λίβανο, ο Νετανιάχου ανοίγει δίαυλο για απευθείας συνομιλίες, αλλά ταυτόχρονα δηλώνει ότι οι επιθέσεις κατά της Χεζμπολάχ θα συνεχιστούν. Στο Ορμούζ, το Ιράν εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας ως μοχλό στρατηγικής πίεσης. Άρα η σύγκρουση δεν οδηγείται σε σταθερή αποκλιμάκωση αλλά σε μια πιο σύνθετη, πιο γκρίζα και πιθανόν πιο μακρά φάση, όπου η διπλωματία και η στρατιωτική πίεση συνυπάρχουν.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ο επιπόλαιος τρόπος με τον οποίο ελήφθη η απόφαση για πόλεμο. Από όσα έχουν δημοσιοποιηθεί από τους The New York Times, δεν υπήρξε η ψυχρή, αυστηρή αποτίμηση κινδύνων που θα περίμενε κανείς από μια υπερδύναμη που ανοίγει μέτωπο με το Ιράν. Αντιθέτως, ο Τραμπ φέρεται να εντυπωσιάστηκε από ένα σχεδόν βέβαιο ισραηλινό σενάριο νίκης: γρήγορη κατάρρευση του ιρανικού πυραυλικού προγράμματος, περιορισμένος κίνδυνος αντιποίνων, πιθανή αποσταθεροποίηση του καθεστώτος και, στο βάθος, ακόμη και αλλαγή εξουσίας στην Τεχεράνη. Μια τόσο βαριά απόφαση φαίνεται να ελήφθη με βάση το ένστικτο του Τράμπ. Ή το πώς ένιωσε στα κόκαλά του.
Από αυτή τη δοκιμασία το Ιράν βγαίνει βαριά πληγωμένο αλλά όχι συντετριμμένο.
Δεν κέρδισε και δεν θα κερδίσει με τη στενή στρατιωτική έννοια, αλλά πέτυχε κάτι που συχνά είναι πιο σημαντικό στη γεωπολιτική: επέζησε, κράτησε τα κύρια διαπραγματευτικά του χαρτιά και απέδειξε ότι μπορεί να επιβάλλει κόστος. Το καθεστώς δεν κατέρρευσε, το ζήτημα του εμπλουτισμού ουρανίου παραμένει ανοιχτό, η περιφερειακή του δικτύωση δεν διαλύθηκε και η επιρροή του στον Λίβανο εξακολουθεί να επηρεάζει την βιωσιμότητα της εκεχειρίας. Προστίθεται σε αυτά και ο μοχλός του Ορμούζ, που έδειξε πόσο εύθραυστη είναι η παγκόσμια οικονομία όταν η Τεχεράνη αποφασίζει να πιέσει. Το Ιράν αναδύεται, λοιπόν ως δύναμη ανθεκτική, ικανή να απορροφά πλήγματα και να επιστρέφει στο τραπέζι χωρίς να γονατίζει.
Ο κόσμος που βγαίνει από αυτή την κρίση είναι και μετατραμπικός και μετατραυματικός.
Μετατραμπικός, γιατί ακόμη κι αν ο Τραμπ φύγει αύριο από το προσκήνιο, η ζημιά που προκάλεσε στη δυτική αξιοπιστία δεν σβήνει. Μετατραυματικός, γιατί μετά από έναν τέτοιο πόλεμο τίποτε δεν επιστρέφει ακριβώς στην προτέρα κατάσταση: ούτε η Μέση Ανατολή, ούτε η ενεργειακή ασφάλεια, ούτε το ΝΑΤΟ. Στην Ευρώπη καταγράφεται πια ανοιχτά η αμφιβολία για την αμερικανική εγγύηση. Συζητείται ακόμη και μερική αποχώρηση αμερικανικών δυνάμεων, ενώ αναλυτές προειδοποιούν ότι η Συμμαχία μπορεί να αντέξει θεσμικά, αλλά όχι αν οι Ευρωπαίοι παραμείνουν διαιρεμένοι, αντιδραστικοί και στρατηγικά άφωνοι. Η παλιά κανονικότητα της Δύσης δεν θεωρείται πια δεδομένη.
Και εδώ αναδύεται η συζήτηση για τον κόσμο μετά τον Τραμπ. Ο Hal Brands περιγράφει στο Foreign Policy τρία σενάρια: έναν νέο ψυχρό πόλεμο ΗΠΑ-Κίνας, έναν κόσμο πολλών αυτοκρατοριών και περιφερειακών σφαιρών επιρροής, και έναν κόσμο όπου ο καθένας, φροντίζει τον εαυτό του και η αμερικανική ισχύς δεν παράγει τάξη αλλά χάος.
Τι θα κάνει η Ελλάδα αν αποσυρθεί, έστω μερικώς, η αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας;
Για την Ελλάδα το λιγότερο κακό σενάριο φαίνεται να είναι το πρώτο, ένας πιο σκληρός αλλά ακόμη δομημένος διπολικός κόσμος.
Το σενάριο των σφαιρών επιρροής θα ενίσχυε στην περιοχή μας πρωτίστως την τουρκική φιλοδοξία. Το σενάριο του χαοτικού «ο καθένας μόνος του» θα ήταν ακόμη χειρότερο, γιατί θα έριχνε χώρες μεσαίου μεγέθους σε μια αρένα μόνιμης ανασφάλειας. Το πρόβλημα είναι ότι η Ευρώπη, όπως είναι σήμερα, δεν δείχνει έτοιμη να λειτουργήσει ως αυτόνομος στρατηγικός πόλος.
















