Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού ο ύμνος». Διαβάστε το Μέρος Α’ και το Μέρος Β’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ιγ’. Μα είναι απερίγραπτη η τόση Σου ευσπλαχνία, Ιησού μου Πολυέλαιε! Εσύ που για εμένα ήρθες κοντά σ’ εμένα, όπως ο Ίδιος θέλησες.
Τι ταπεινοφροσύνη! Πώς δέχτηκες Εσύ να πας πάνω σε γαϊδουράκι κι έτσι να μπεις στην πόλη αυτών εδώ, αυτών των θεοκτόνων;
Τη φοβερή απιστία τους από τα πριν προέβλεψες, όταν τους πρόσταξες να πάν’
‒με τα ίδια τους τα χέρια‒ να λύσουνε τον Λάζαρο από τα σάβανά του, ώστε να δούνε καθαρά
ποιος είναι, πράγματι, Αυτός που θέλουν να σκοτώσουν, χωρίς ποσώς να συμπονούν
της Μαρίας και της Μάρθας τα δάκρυα.
ιδ’. Βάγια στα χέρια κράταγαν οι πάντες κι έτσι βγήκανε, Σωτήρα, να Σε υποδεχτούν· στους δρόμους πανηγύριζαν όλοι τον ερχομό Σου και κραύγαζαν το «ωσαννά».
Έτσι κι εμείς τώρα λοιπόν, όλοι μαζί Σου ψέλνουμε· στόματα αξιοθρήνητα τολμάν να εκστομίσουν τα λόγια τούτα, Κύριε, κι ύμνο να Σου προσφέρουν.
Κι είναι σαν να κουνάμε βάγια κι εμείς κάποιας λογής. Δεν είναι κλάδοι φοινικιάς, είν’ της ψυχής μας τα κλαδιά. Αυτά είναι που κουνάμε και όλοι Σου φωνάζουμε:
«Εσύ που είσαι στα ουράνια, τον κόσμο αυτόν που έπλασες, Κύριε, να τον σώσεις
»και όλα τα αμαρτήματα που έχουμε στις ψυχές μας, εξάλειψέ τα Κύριε, όπως και τότε εξάλειψες
»της Μαρίας και της Μάρθας τα δάκρυα».
ιε’. Η Εκκλησία Σου η σεπτή, σαν κάθε χρόνο πάντοτε ετούτη την ημέρα, πανηγυρίζει και καλεί με πίστη να προσέλθουνε όλα της τα παιδιά. Θέλει κι αυτή, Φιλάνθρωπε,
να Σε προϋπαντήσει με βάγια και απλώνοντας τα πανωφόρια της χαράς στο δρόμο που τα στρώνει,
ώστε Εσύ κι οι μαθητές κι οι φίλοι Σου αντάμα
να περπατάτε πάνω τους, χώμα να μην πατάτε· και τη δική Σου ειρήνη, τη μόνη που ειρηνεύει μέχρις στα βάθη την ψυχή, στους δούλους Σου όπως περνάς
ως χάρισμα, ως κάποια επιβράβευση, αν θέλεις, να τους δώσεις. Απάλλαξέ τους, Κύριε, κι από τις θλίψεις που έχουν, όπως και τότε στα παλιά απάλειψες τελείως
της Μαρίας και της Μάρθας τα δάκρυα.
ις’. Θεέ των όλων σκύψε αν θες τώρα για να ακούσεις, εμάς που προσευχόμαστε και Σε παρακαλούμε, κι απ’ του θανάτου τα δεσμά σώσε και πάρε μας μακριά.
Γιατί οι εχθροί μας έρχονται ‒και ορατοί κι αόρατοι‒ συνέχεια καταπάνω μας, τριγύρω μάς κυκλώνουν και εκτοξεύουν κι απειλές
πως θα μας θανατώσουν, και λεν πως τώρα στα κοντά είναι να μας αρπάξουν κι από την πίστη που έχουμε θα μας απομακρύνουν.
Ανάστα! Σήκω Κύριε κι όλοι με μιας τους θα χαθούν και έτσι θα το μάθουν καλά για να το ξέρουνε
πως είσαι Συ ο Θεός μας, και πως μας συμπονάς πολύ, όπως στα πριν συμπόνεσες
της Μαρίας και της Μάρθας τα δάκρυα.
ιζ’. Ωσάν νεκροί γινήκαμε από τις αμαρτίες κι είναι σαν να κλειστήκαμε μέσα σε μαύρο τάφο απ’ την πολλή απόγνωση που τα κακά μας φέραν. Ώρα να μιμηθούμε τις αδερφές
του Λάζαρου, που ήτανε πολύ πιστός. Ώρα ν’ αρχίσουμε όλοι μας και με φωνή μεγάλη με κλάματα μετάνοιας, με πίστη κι όλο αγάπη, ν’ απευθυνθούμε στον Χριστό και έτσι να Του πούμε:
«Σώσε μας Συ που έγινες άνθρωπος, καθώς θέλησες.
»Από τον τάφο που είμαστε μέσα παραχωμένοι, ένεκα των αμαρτιών που έχουμε διαπράξει,
»Εσύ, μόνε Αθάνατε, έλα κι ανάστησέ μας.
»Κι είθε να μεσολαβεί και να παρακαλεί για εμάς κι ο Λάζαρος ο φίλος Σου, που κάποτε ανέστησες, Κύριε, και εξαφάνισες
»της Μαρίας και της Μάρθας τα δάκρυα.
ιη’. »Τα υλικά τα πράγματα που είναι ρευστά κι απατηλά και πρόσκαιρα ας μισήσουμε και τον Σωτήρα τον Χριστό,
»ελάτε να απαντήσουμε, καθώς πηγαίνει βιαστικά τώρα στη Βηθανία.
»Κι εκεί θε να καθίσουμε μαζί Του για να φάμε. Θα είναι στο τραπέζι αυτό κι ο Λάζαρος ο φίλος Του κι όλοι οι απόστολοί Του
»που θα μεσολαβήσουνε για χάρη μας σ’ Εκείνον. Θα Τον παρακαλέσουνε, για να καθαριστούμε απ’ όσα πράξαμε κακά όλοι στο παρελθόν μας.
»Κι έτσι σαν καθαρίσουνε του νου τα μαύρα στίγματα και όλοι οι λεκέδες, με μάτια ανεπίληπτα και την καρδιά καθάρια θα δούμε καθώς πρέπει
»την Θεία Του Ανάσταση που σ’ όλους μας την προσφέρει παύοντας πια το κλάμα των δύστυχων πρωτόπλαστων, ότι άλλο δεν κυλάνε
»του Αδάμ και της Εύας τα δάκρυα.
















