Σε κλίμα ακραίας πολιτικής έντασης και μετωπικής σύγκρουσης ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση εξελίχθηκε στη Βουλή η συζήτηση που ζήτησαν ο Νίκος Ανδρουλάκης και 31 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής σχετικά με το σκάνδαλο των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και της ΕΥΠ.
Η κυβερνητική πλειοψηφία είπε ουσιαστικά «όχι», καθώς αποφάσισε ότι η πρόταση θα πρέπει να εγκριθεί με 151 ψήφους και όχι με 120, όπως υποστηρίζουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, προκαλώντας την αποχώρηση αρχικά του ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ.
Το διαδικαστικό μπρα ντε φερ πυροδότησε νέα πολιτική αντιπαράθεση, με την αντιπολίτευση να κατηγορεί την κυβέρνηση για προσπάθεια «συγκάλυψης» και το κυβερνών κόμμα να αντιτείνει ότι δεν υπάρχουν νέα στοιχεία που να δικαιολογούν νέα κοινοβουλευτική διερεύνηση.
Το ζήτημα έθεσε εκ μέρους της ΝΔ ο Μάκης Βορίδης, επικαλούμενος το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία της ΕΥΠ. Σύμφωνα με το κυβερνητικό επιχείρημα, επειδή η δραστηριότητα της ΕΥΠ συνδέεται με ζητήματα εθνικής άμυνας και εξωτερικής πολιτικής, απαιτείται –βάσει Συντάγματος και Κανονισμού της Βουλής– απόλυτη πλειοψηφία 151 βουλευτών για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής.
Η πρόταση της ΝΔ υπερψηφίστηκε διά εγέρσεως, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ότι η Εξεταστική μπορεί να συγκροτηθεί μόνο με 151 θετικές ψήφους.
Η επιλογή αυτή προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις από την αντιπολίτευση, η οποία υπενθύμισε ότι το 2022, στην προηγούμενη κοινοβουλευτική διαδικασία για το ίδιο ζήτημα, η Εξεταστική είχε εγκριθεί με σχετική πλειοψηφία 142 ψήφων.
Ο Μάκης Βορίδης, απαντώντας στις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης, υποστήριξε ότι τότε «δεν είχε τεθεί σχετικό παρεμπίπτον θέμα» με τον προβλεπόμενο κοινοβουλευτικό τρόπο και άρα «νομικό προηγούμενο δεν υπάρχει». Παράλληλα σημείωσε ότι το 2022 η ΝΔ είχε ταχθεί υπέρ της διερεύνησης, καθώς –όπως είπε– η υπόθεση ήταν τότε «ερευνητέα».
Ο ίδιος υποστήριξε ότι έκτοτε έχουν μεσολαβήσει σειρά διαδικασιών και αποφάσεων: η προηγούμενη Εξεταστική Επιτροπή, συνεδριάσεις της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, δικαστικές έρευνες, καθώς και πρωτόδικη απόφαση που –όπως τόνισε– αφορά ιδιώτες και όχι κρατική εμπλοκή στο παράνομο λογισμικό.
«Θέλετε χωρίς κανένα νέο στοιχείο να συνεχίσουμε τη συζήτηση», ανέφερε χαρακτηριστικά, απορρίπτοντας το αίτημα της αντιπολίτευσης.
Η σύγκρουση κορυφώθηκε με την παρέμβαση του Νίκου Ανδρουλάκη, ο οποίος έκανε λόγο για «κακοποίηση της Δημοκρατίας» και χαρακτήρισε τον πρωθυπουργό «αδύναμο και εκβιαζόμενο».
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ υποστήριξε ότι η κυβέρνηση αντιφάσκει σε σχέση με τη στάση που είχε κρατήσει το 2022, υπενθυμίζοντας ότι τότε η Βουλή είχε αποδεχθεί τη συγκρότηση Εξεταστικής με 142 ψήφους, χωρίς να τεθεί θέμα αυξημένης πλειοψηφίας.
Παράλληλα, συνέδεσε τις τελευταίες δικαστικές εξελίξεις με την επαναφορά της υπόθεσης στο πολιτικό προσκήνιο, αναφέροντας ότι το μονομελές δικαστήριο «κάλεσε όλους αυτούς που εμπλέκονται και τους καταδίκασε», ενώ πρόσθεσε πως «οι ίδιοι λένε ότι πούλησαν το Predator στο κράτος».
Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους, ο Νίκος Ανδρουλάκης χαρακτήρισε τον Κυριάκο Μητσοτάκη «Νίξον της Ελλάδος», ενώ υποστήριξε ότι ένας πρωθυπουργός που «δεν εκβιάζεται και υπηρετεί το εθνικό συμφέρον» θα είχε οδηγήσει τους υπευθύνους στη Δικαιοσύνη.
Από την πλευρά του, ο Σωκράτης Φάμελλος μίλησε για «κοινοβουλευτικό πραξικόπημα με εντολή Μητσοτάκη», ανακοινώνοντας την αποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ από τη διαδικασία.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Ο Δημήτρης Κουτσούμπας κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι επιχειρεί να εμποδίσει τη διερεύνηση της υπόθεσης, κάνοντας λόγο για «συγκάλυψη» και «απίστευτο σίριαλ συγκάλυψης».
«Τι άλλαξε από το 2022;» διερωτήθηκε, σημειώνοντας ότι η μόνη ουσιαστική αλλαγή είναι πως έχουν έρθει –όπως είπε– «νέα αδιάσειστα στοιχεία» που εκθέτουν την κυβέρνηση. Το ΚΚΕ ανακοίνωσε επίσης την αποχώρησή του από τη συζήτηση και την ψηφοφορία, υποστηρίζοντας ότι δεν πρόκειται να «νομιμοποιήσει αυτή τη διαδικασία».
Σφοδρή ήταν και η αντιπαράθεση για τη στάση της Δικαιοσύνης. Ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι αμφισβητεί δικαστικές αποφάσεις επειδή δεν είναι πολιτικά αρεστές, προειδοποιώντας ότι μια τέτοια πρακτική «ανοίγει επικίνδυνους δρόμους για τη λειτουργία των θεσμών».
Απευθυνόμενος προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ο υπουργός σχολίασε αιχμηρά ότι «όποιο δικαστήριο βγάζει μια απόφαση που δεν αρέσει στην αντιπολίτευση, θα καλούν τους δικαστές εδώ να δώσουν εξηγήσεις».
















