Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού ο ύμνος». Διαβάστε το Μέρος Α’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ζ’. Σαν έφτασε και στάθηκε, λοιπόν, μπροστά στο μνήμα, Αυτός που είναι ταυτόχρονα πάντοτε μες στην αγκαλιά του ίδιου του του Πατέρα, ως του Πατέρα Του Υιός φώναξε κι έτσι είπε:
«Εσύ στον κόσμο μ’ έστειλες για να ζωοποιήσω αυτούς που έχουν νεκρωθεί.
»Ήρθα κι εγώ εδώ, λοιπόν, τον Λάζαρο απ’ τους νεκρούς να φέρω πάλι πίσω
»και έτσι θα τους δείξω ‒τους Ιουδαίους για να δουν‒ ότι κι εγώ θ΄ αναστηθώ μέσα από τον τάφο,
»αφού περάσουν μέρες τρεις ύστερα απ’ την ταφή μου. Εγώ θα ξαναδώσω ζωή πάλι στον φίλο μου που είναι πεθαμένος και βρίσκεται στον τάφο αυτόν ήδη τέσσερις μέρες, γιατί συμπόνεσα πολύ τώρα μ’ αυτά που είδα
»της Μαρία και της Μάρθας τα δάκρυα».
η’. Και για να σταματήσει η Μάρθα πια το θρήνο της, των όλων ο Σωτήρας τής μίλησε ξεκάθαρα, όχι ως άνθρωπος απλός μα ως Θεός που ήταν:
«Το Φως του κόσμου είμαι εγώ κι όλων των πεθαμένων εγώ είμαι η Ανάσταση.
»Σε μένα όποιος πιστέψει κι ενστερνιστεί τα λόγια μου, ποτέ δεν θα πεθάνει, δεν θα τον βρει ο θάνατος στον άπαντα αιώνα.
»Γι’ αυτό και εμφανίστηκα μπροστά στον άμοιρο Αδάμ, για να τον αναστήσω ‒ κι αυτόν μαζί με όλους σας που απ’ αυτόν κατάγεστε.
»Και θ’ αναστήσω απ’ τους νεκρούς τον Λάζαρο που είναι τέσσερις μέρες πια νεκρός, γιατί συμπόνεσα πολύ ως εύσπλαχνος που Είμαι,
»της Μαρίας και της Μάρθας τα δάκρυα».
θ’. Μ’ ένα Του νεύμα, το λοιπόν, κλονίστηκε ο Άδης· και του θανάτου η δύναμη κι η αυθάδεια του διαβόλου μαζί κλονίστηκαν κι αυτές.
Και φωναχτά απευθύνθηκε σε κείνον που στον τάφο είχε θαφτεί και σάπιζε, καλώντας τον να έρθει· κι όντως, αυτός σηκώθηκε κι ήρθε απ’ τα καταχθόνια.
Κι όπως τον βλέπει ο Αβραάμ κι όλοι μαζί οι δίκαιοι να ξαναζωντανεύει,
φώναζαν κι έτσι λέγανε: «Αναθαρρήστε όλοι σας, έφτασε πια η ώρα· των πάντων η Ανάσταση κοντά μας ήρθε τώρα!
»Απ’ του θανάτου τα δεσμά λύτρωσε Αυτός τον φίλο Του, τον φίλο που αγαπούσε, γιατί κατασυμπόνεσε ως εύσπλαχνος που Είναι,
»της Μαρίας και της Μάρθας τα δάκρυα».
ι’. Για λίγο είχε τον Λάζαρο κάτω εκεί δεσμώτη ο Άδης και τον κράταγε.
Τώρα όμως, που του ξέφυγε, απόμεινε ο Άδης ο ίδιος πια να φαίνεται ως αιχμαλωτισμένος.
Γιατί μόλις κατέφθασε ο Βασιλέας των άγγελων, οι δαίμονες παρέλυσαν, χάθηκε η δύναμή τους.
Κι ο όφις, ο αρχαίος αυτός ο τρισκαταραμένος, που σούρνονταν με την κοιλιά στη γη και πήγαινε ολούθε, τώρα
από λόγχη ξύλινη τρυπήθηκε στο στόμα κι απόμεινε απόπληκτος και απονευρωμένος κι ακίνητος σαν τον νεκρό.
Κι είναι ο Αδάμ μες στη χαρά, βλέποντας τον Χριστό να συμπονάει τόσο πολύ ως Αγαθός που Είναι,
της Μαρίας και της Μάρθας τα δάκρυα.
ια’. Κι έτσι απ’ τον τάφο ζωντανός βγήκε ο φίλος του Χριστού κι ήταν σαβανωμένος: έπεφτε ένα ύφασμα –που το έλεγαν σουδάριο– μπροστά στο πρόσωπο του, και κάτι υφασμάτινες λωρίδες σαν επίδεσμοι του δένανε τα χέρια.
Ποιοι πήγαν να τον λύσουνε τότε απ’ τα σάβανά του; Εκείνοι που είχαν τις καρδιές δεμένες με του φθόνου και της κακίας τα δεσμά!
Εκείνοι που βουλώσανε τ’ αυτιά να μην ακούνε, σαν τις οχιές που ’ναι κουφές. Αυτοί που ετοιμάζονταν για να διαπράξουν μια σφαγή, να κάνουν έναν φόνο πέρα ως πέρα άδικο
με τα ίδια τους τα χέρια. Αίμα θέλαν να χύσουνε,
το αίμα ενός αθώου, το αίμα ενός δίκαιου· Αυτού που ανάστησε νεκρούς και που σταμάτησε μεμιάς να τρέχουνε ποτάμι
της Μαρίας και της Μάρθας τα δάκρυα.
ιβ’. Στ’ αυτιά τους σαν αντήχησαν όσα φωνάζαν τα παιδιά, τα λόγια τους τα παιδικά που ’βγαιναν από χείλη αγνά και καθαρές καρδιές, αμέσως θορυβήθηκαν, γέμισε από ταραχή η μαύρη η ψυχή τους.
Κι αρχίνησαν και λέγανε: «Μα ποιος, λοιπόν, να είναι αυτός;» Ω, της παραφροσύνης και της ανοησίας, πράγματι, το απαύγασμα!
Αυτοί που μόλις τώρα δα, τώρα πριν από λίγο, είδανε που αναστήθηκε κι επέστρεψε από τους νεκρούς
άνθρωπος πεθαμένος, που άρχισε και έλιωνε και μύριζε αναλόγως, κάναν πως δεν κατάλαβαν ποιος ήταν που τον σήκωσε και του ’δωσε ξανά ζωή. Ποιος ήταν που κατέλυσε μονάχα με τον λόγο Του, μόνο με τη φωνή Του, του Άδη όλη τη δύναμη. Ποιος ήταν που σταμάτησε να τρέχουν σαν ποτάμι, ως απ’ τη φύση Του Εύσπλαχνος,
της Μαρίας και της Μάρθας τα δάκρυα.
















