Εκτός τόπου και χρόνου. Έτσι νιώθω. Ωστόσο, ρεαλιστικά, είμαι εντός τόπου (Ελλάδα) και εντός χρόνου (2026).
Έφτασα εδώ, μετά από ένα μακρύ ταξίδι στη μέρα και στη νύχτα, που άρχισε στη Θεσσαλονίκη, στο φοιτητικό περιοδικό Σπουδαστικός Κόσμος, στη συνέχεια στα Αθλητικά Νέα, στην απογευματινή μεγάλη εφημερίδα Θεσσαλονίκη, στα Επίκαιρα, στο Φως των Σπορ, στον Ταχυδρόμο, στα Νέα, στη Real News, στον Real FM, στη Ναυτεμπορική, στην Εφημερίδα των Συντακτών και στον υπήνεμο λιμένα…
Βρίσκομαι, λοιπόν, εδώ, χάρη στην ευτυχία που είχα να γνωρίσω δύο θαυματουργά πρόσωπα, τον Σάββα Καλεντερίδη και τη Χριστίνα Χαφουσίδου. Εξαιτίας αυτών των προσώπων, μυήθηκα σ’ αυτό που μπορώ να ονομάσω «ποντιακό θαύμα»!

Ενώ στα μικράτα μου ειρωνευόμουν τους Πόντιους, τώρα τους θαυμάζω απεριόριστα. Τους θαυμάζω, γιατί διασώζουν βαθιά στοιχεία του ελληνισμού. Το ποντιακό φιλότιμο υπάρχει. Το ρωμαίικο εξηφανίσθη. Το ελληνικό πνεύμα παρήκμασε. Το ποντιακό ακμάζει! Οι Έλληνες διασκεδάζουν αμερικανικά.
Οι Πόντιοι ενθουσιάζονται και διονυσιάζονται με τη λύρα, τον πυρρίχιο, τη Σέρρα και τους άλλους χορούς.
Για να γείρει η πλάστιγγα προς τη μεριά τους, μεγάλο ρόλο έπαιξε ο Μύθος Στέλιος Καζαντζίδης. Πρόκειται περί του μεγαλύτερου μύθου τα τελευταία 100 χρόνια στην Ελλάδα, μετά τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο Καζαντζίδης, που γεννήθηκε στα Κοτύωρα, δεν έλεγε ότι είναι Έλληνας. Έλεγε ότι είναι Πόντιος.

Θαυμάζω επίσης τους Ποντίους, γιατί δεν τους χώρισαν διχασμοί, αλλά τους ένωσαν ξεριζωμοί, γενοκτονίες και ο νόστος. Ο καλός γυρισμός. Που δεν έγινε πραγματικότητα, αλλά τους βοήθησε να φτιάξουν μια δεύτερη Ελλάδα μέσα στην Ελλάδα.
«Τραντέλληνες» τους λένε. Σωστά. Αυτοί άφησαν τις αλησμόνητες πατρίδες, σήκωσαν το πέλαγο σαν Θεοτόκο και έφτασαν εδώ, ψάλλοντας το «Τη Υπερμάχω» και άλλα μεγαλειώδη.
Το σπουδαιότερο για το οποίο καμαρώνω τους Πόντιους, είναι η γλώσσα που κράτησαν. Η γλώσσα τους είναι πολύ πιο κοντά στην αρχαία ελληνική, παρά σε οτιδήποτε άλλο. Ποτέ τους δεν στραγγάλισαν τη γλώσσα, όπως εμείς. Την έχουν σαν «άνθος ευλαβείας» μέσα στο στόμα τους.
Ο Κ.Π. Καβάφης, ο μεγαλύτερος ποιητής της νεότερης Ελλάδας, συνεκινείτο μέχρι δακρύων, με το ποίημα Πάρθεν.
Μεγάλωσα σε μια πανέμορφη γειτονιά της Θεσσαλονίκης, την Κάτω Τούμπα. Όλη η περιοχή, μέχρι τις παρυφές της Χαριλάου, είχε έναν θεό: τον ΠΑΟΚ. Ο πατέρας μου, που ήταν κι αυτός ποδοσφαιριστής στα νιάτα του, φώναζε πάντα: «Μπιζίμ ΠΑΟΚ»! Αχνά θυμάμαι τη θρυλική για τη Θεσσαλονίκη μορφή του Λάμπη Κουιρουκίδη από τη Δράμα, που κατάφερε να θρυμματίσει τον λεγόμενο Π.Ο.Κ. (Ποδοσφαιρικός Όμιλος Κέντρου).
Ως φοιτητής στο Αριστοτέλειο, έπαιξα μπάλα και η ομάδα μου της Φυσικομαθηματικής βγήκε πρωταθλήτρια κι εγώ πρώτος σκόρερ. Εκεί κανοναρχούσε ο άγραφος νόμος πως ο ΠΑΟΚ είναι θρησκεία.
Βέβαια, στη στράτα μου γνώρισα πολλούς σημαντικούς Πόντιους. Τον συγγραφέα Ενεπεκίδη, τον μεγάλο αρθρογράφο στα Νέα Δημήτρη Ψαθά, τον λατρεμένο τραγουδιστή των Ποντίων Χρύσανθο, που είχε «φωλιές αηδονιών» στο λαιμό του, και έναν ακόμη θρυλικό ποδοσφαιριστή, τον Κώστα Νεστορίδη. Αυτός ήταν για την Ελλάδα ό,τι ήταν ο Γκαρίντσα για τη Βραζιλία.
Κάτι άλλο που εκτιμώ στη ράτσα αυτή, είναι ότι κρατάει τις παραδόσεις περισσότερο από κάθε άλλη ράτσα του ελληνισμού. Οι Πόντιοι ακούν σε κατάσταση «καλής πίστης». Αυτήν την κατάσταση την έχει περιγράψει ο Γιώργος Σεφέρης, λέγοντας πως έτσι πρέπει ν’ ακούμε ένα ακριτικό τραγούδι ή ένα παραμύθι της γιαγιάς μας.
Ακόμη και σήμερα μπορώ να υποστηρίξω πως οι Πόντιοι είναι ένας λαός γεμάτος από το άπειρο. Αισθάνονται περισσότερο από τους άλλους τη ζωή. Ψηλά η ψυχή. Και κάθε ψυχή, είναι μια κλίμακα που φτάνει στο Θεό ή στην Παναγία.

Ο τελευταίος σύνδεσμός μου με τους Πόντιους, είναι ο Δημήτρης Μελισσανίδης. Είχα την τιμή να γράψω τη βιογραφία του. Πρόκειται περί ενός ανθρώπινου θαύματος, που από τις χαμοκέλες της Κοκκινιάς έφτασε στη Walt Street και στον Λευκό Οίκο!
Ο Μελισσανίδης, το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του, φορούσε στο δάχτυλό του το δακτυλίδι της ΑΕΚ. Έκανε απίστευτα πράγματα. Το ωραιότερο γήπεδο στην Ελλάδα, το Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού «Η Κιβωτός της Ρωμιοσύνης» και το Μουσείο της ΑΕΚ. Η ΑΕΚ μεγαλουργεί. Μόλις πριν από λίγες μέρες στέφτηκε και πάλι πρωταθλήτρια, κερδίζοντας κατά τη γνώμη μου το καθαρότερο πρωτάθλημα στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου!
Δεν έχω αυταπάτες. Ξέρω ότι εδώ και πολύ καιρό γράφω το «κύκνειο άσμα» μου. Αυτό είναι αλήθεια. Το γράφω με την ακρίβεια ενός ταχυδακτυλουργού.
Πολλές φορές, γράφουμε για να γράφουμε. Εγώ, εδώ που βρίσκομαι, γράφω γιατί κάτι έχω να πω. Κάτι θα έχω να πω κάθε εβδομάδα, «εκτός τόπου και χρόνου».
















