Το όνομα της Σωτηρίας Ιατρίδου ίσως να μην λέει κάτι στους νεότερους. Και όμως, στα χρόνια της συμπερίληψης θα έπρεπε, καθώς στην καριέρα της έκανε κάποια πράγματα πρωτόγνωρα στο καλλιτεχνικό στερέωμα – για γυναίκα. Αν και ξεκίνησε ως ηθοποιός, στην πορεία έκανε πολύ ωραία πράγματα και στο τραγούδι – και σαν τραγουδίστρια και σαν μουσικός. Και δυστυχώς, τα μόνα που έχουν μείνει να την θυμίζουν είναι τα τραγούδια.
Στο θέατρο η πορεία της έχει πολύ ενδιαφέρον, γιατί χωρίζεται σε δύο μέρη – η αιτία για αυτή τη «διχοτόμηση» υπήρξε ένας άτυχος έρωτας. Επίσης, όπως θα διαπιστώσετε, ήταν και άτυχη με τη μικρή κινηματογραφική της παρουσία.
Ευτυχώς που υπήρξαν δύο σπουδαίοι δημοσιογράφοι που την επενέφεραν, σαν σεβασμό στο πρόσωπο και το έργο της. Και τη ζωή της, γιατί η Σωτηρία Ιατρίδου σε νεαρή ηλικία και «πέθανε» –ή μάλλον, την πέθαναν–, και αναστήθηκε. Άρα εν αγνοία της έγινε και από τις πρώτες που έπεσαν θύμα των fake news. (Και σε αυτό πρωτοπόρα.)
Από την Πόλη και από σόι
Στις αρχές του 20ού αιώνα, και συγκεκριμένα το 1901, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, από γονείς ηθοποιούς – μάλιστα η μητέρα της ήταν μεγάλη υψιφώνος του ελληνικού μελοδράματος, η Αικατερίνη Ιατρίδου-Ζαμπελίου.
Αλλά και ο λίγα χρόνια μικρότερος αδελφός της, ο Σταύρος Ιατρίδης, ήταν ηθοποιός, ο οποίος μάλιστα πρόλαβε και έπαιξε ως δευτεραγωνιστής σε γνωστές ελληνικές ταινίες.

Όπως καταλαβαίνετε, όλη η οικογένεια ήταν και ζούσε στο θεατρικό σανίδι. Η Σωτηρία, ως αυτοδίδακτο ταλέντο, αρχικά έπαιζε βιολί στις παραστάσεις. Και έτσι η οικογένεια Ιατρίδη στις ταραγμένες αρχές του προηγούμενου αιώνα περιόδευε ανά τις ελληνικές πόλεις.
Η νεαρή αρχίζει, εκτός από βιολί, να παίζει και ως ηθοποιός. Σε μια παράσταση που έδινε η οικογένειά της στην Υπάτη την βλέπει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Κωστής Χαιρόπουλος. Ενθουσιάζεται και την παίρνει μαζί του στην Αθήνα. Και στην πρωτεύουσα, τότε 15 ετών, κάνει το επίσημο ντεμπούτο της: στο θέατρο «Αλάμπρα» στην επιθεώρηση Τα νέα επινίκια με το θίασο της πρωταγωνίστριας του είδους, Αγνής Ρεζάν.
Και ξεκινάει ένα σερί επιτυχιών, με ηθοποιία και τραγούδι. Μέχρι το 1922 η Ιατρίδου έχει εξελιχθεί σε όνομα πρώτης σειράς στο είδος.
Ο μοιραίος άνδρας
Και εκεί, στις αρχές της δεκαετίας του 1920, γνωρίζεται με τον Παρασκευά Οικονόμου, ένα μεγάλο αστέρι του μουσικού θεάτρου και σχεδόν συνομήλικός της. Ερωτεύονται και παντρεύονται, αλλά ο γάμος τους δεν ήταν να στεριώσει και να μακροημερεύσει. Αρχίζουν οι γκρίνιες, οι τσακωμοί αλλά και οι αντιζηλίες.
Όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα όχι μόνο να χωρίσουν, αλλά εκείνη να φύγει από την Αθήνα – και για λίγο από το θέατρο και το τραγούδι. Στην ουσία τα άφησε όλα πίσω της και έφυγε για την Κύπρο. Εκεί απομονώθηκε απ’ όλους και απ’ όλα.

Βρισκόμαστε στο 1924 και μια μέρα του Νοεμβρίου εκείνης της χρονιάς διαβάζει στις εφημερίδες ότι πέθανε μόνη και ξεχασμένη στην Κύπρο.
Με το που διαδόθηκε η είδηση ξεκίνησε ένας απίστευτος χορός με δημοσιεύματα που έκαναν αναπαραγωγή της εν λόγω –όπως αποδείχθηκε– ψευδούς είδησης. Και όχι μόνο: το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών έστειλε τον επικήδειο του για την 23χρονη μελαχρινή ηθοποιό. Οι δε εφημερίδες συνέχισαν να γράφουν για τον άδικο θάνατό της. Μία μάλιστα έγραψε πως «ήταν εγκαταλειμμένη και δυστυχισμένη, όπως υπήρξεν όλη της η ζωή»!
Μέχρι και η μητέρα της το είχε πιστέψει και ζούσε το πένθος της. Έως ότου, ύστερα από έναν μήνα, έλαβε τηλεγράφημα με το εξής: «Είμαι καλά. Διαψεύσατε θάνατόν μου. Σωτηρία»!
Και όταν η «πεθαμένη» γύρισε στην Αθήνα, ήταν θριαμβευτική η επιστροφή της.
Όσο για τις εφημερίδες; Οι περισσότερες επανόρθωσαν, όμως υπήρξαν πολλές που έγραψαν πολύ φαιδρά πράγματα που σήμερα θα ήταν έως και μηνύσιμα. Η ουσία είναι πάντως ότι η Ιατρίδου… αναστήθηκε.
Σε άλλους δρόμους
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα συνέχισε να εμφανίζεται στο θέατρο, και κυρίως στην επιθεώρηση. Μάλιστα έγινε η πρώτη Ελληνίδα ντιζέζ, δηλαδή τραγουδίστρια του μουσικού θεάτρου.
Κάποια στιγμή που έπαιζε με τον Χριστόφορο Νέζερ την είδε ο Αιμίλιος Βεάκης. Ο μεγάλος Έλληνας ηθοποιός διέκρινε μια σεξπιρική πρωταγωνίστρια. Δεν δίστασε λοιπόν να συνεργαστούν – και σε εκείνο το σημείο ανοίχτηκε ο δρόμος προς το θέατρο πρόζας.
Οι κριτικοί μάλιστα έκριναν τότε ότι ήταν η καλύτερη Λαίδη Μάκβεθ του ελληνικού θεάτρου!

Άρα και στο κλασικό ρεπερτόριο υπήρξε καλή. Και πιο… ασφαλής. Συγκεκριμένα, το 1931 πρωταγωνιστούσε στην επιθεώρηση Η Κατεργάρα, μαζί με τον Βασίλη Αυλωνίτη. Σε ένα νούμερο που σατίριζε την πολιτική κατάσταση της εποχής, ένας θερμόαιμος θεατής έβγαλε στην πλατεία όπλο για να τον σκοτώσει, θιγμένος από αυτά που έλεγε επί σκηνής.
Ο ηθοποιός την τελευταία στιγμή οπισθοχώρησε και κατάφερε να γλιτώσει. Δυστυχώς, οι σφαίρες βρήκαν τον 35χρονο τεχνικό του θεάτρου Πάνο Μωραΐτη, που πέθανε ακαριαία. Αρκετοί από τους θεατές, μια ταμίας και ένας άλλος ηθοποιός τραυματίστηκαν από τον «πιστολέρο». (Το έργο βέβαια έμεινε στην ιστορία και για τη μουσική.)

Το 1933 η Σωτηρία Ιατρίδου έκανε το ντεμπούτο της στον κινηματογράφο, στην ταινία Ο κακός δρόμος που είχε όλα τα φερέγγυα να γίνει μεγάλη επιτυχία και σταθμός για το εγχώριο σινεμά. Δεν ήταν μόνο η σύμπραξη των δύο ιερών τεράτων του θεάτρου, δηλαδή της Κυβέλης και της Μαρίκας Κοτοπούλη – ήταν μια πανάκριβη παραγωγή.
Τα περισσότερα γυρίσματα έγιναν στην Κωνσταντινούπολη στο πιο σύγχρονο στούντιο της εποχής, αυτό της Ipek Film. Η ταινία ήταν ελληνοτουρκική παραγωγή με σκηνοθέτη έναν από τους καλύτερους του Εθνικού Θεάτρου της Τουρκίας, τον Μουχσίν Ερτογρούλ, σε σενάριο του Γρηγορίου Ξενόπουλου, βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημά του. Και ήταν από τις πρώτες ομιλούσες ελληνικές ταινίες.
Όμως το φιλμ οδηγήθηκε σε… ναυάγιο. Αν και αρχικά πήγαινε ο κόσμος να το δει, βούλιαξε από τις αρνητικές κριτικές τόσο των εφημερίδων όσο και του κοινού που το είχε βρει τολμηρό έως και προκλητικό. Λίγο αργότερα το αποκήρυξε και ο ίδιος ο Ξενόπουλος, ενώ στη συνέχεια μονταρίστηκε αλλιώς προκειμένου να προβληθεί στην Αμερική.

Η μοναδική κερδισμένη απ’ όλο αυτό το αλαλούμ ήταν η Σωτηρία Ιατρίδου – στην ταινία δεν παίζει μόνο, υπογράφει και τη μουσική. Έγινε έτσι η πρώτη γυναίκα στη χώρα μας που καταχωρίστηκε ως συνθέτης του σινεμά.
Τα πολλά ταλέντα
Ανάμεσα στις τραγουδιστικές της επιτυχίες ήταν και η επανεκτέλεση του «Εγώ είμαι η νέα γυναίκα» που είχε γράψει ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης το 1908 για την επιθεώρηση Παναθήναια. Η Σωτηρία Ιατρίδου το τραγούδησε στη δεκαετία του 1930 και «κούμπωνε» μια χαρά με τη ζωή της δυναμικής γυναίκας που έζησε.
Αλλά και τα τραγούδια που έγραψε η ίδια, όπως το «Σεβιλιάνα», έγιναν μεγάλες επιτυχίες στην εποχή τους.
Το 1938 –προς έκπληξη όλων– διοργανώνει την πρώτη της έκθεση ζωγραφικής. Όσον αφορά το θέατρο, στην Κατοχή θα παρουσιάζει κυρίως επιθεωρήσεις, εκτός Αθηνών. Αυτό θα διαρκέσει μέχρι το 1946.
Σιγά-σιγά αρχίζει να αποσύρεται από το θέατρο, αν και στη δεκαετία του 1950 θα παίξει και σε τρεις ελληνικές ταινίες, υποδυόμενη πλέον τη μητέρα.

Το 1976 ο Φρέντυ Γερμανός την παρουσιάζει στην εκπομπή του «Το πορτρέτο της Πέμπτης», ενώ λίγα χρόνια αργότερα ο Γιώργος Παπαστεφάνου της κάνει το πορτρέτο στην ιστορική εκπομπή του «Οι παλιοί μας φίλοι»
Τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής της τις αφιέρωσε στη ζωγραφική και τη σκηνογραφία, παρουσιάζοντας και ένα ιδιαίτερο είδος τέχνης, τη ρακογραφία. Ασχολήθηκε με το κολάζ υφασμάτων αλλά και με τις περίφημες ταπισερί, τα υφαντά σε αργαλειό, τα κεντήματα σε τσουβάλι με πρωτότυπα σχέδια και χρώματα. Στην ουσία είχε μετατρέψει το σπίτι της στην οδό Ασκληπιού σε ατελιέ.
Έφυγε σαν σήμερα, το 1985, σε ηλικία 84 ετών σε οίκο ευγηρίας. Ίσως όχι το τέλος που θα της άξιζε, αλλά –ως φάνηκε– ήταν κάτι που η ίδια επιδίωξε.
Αξίζει όμως να την θυμηθούμε στην εμφάνισή της στην εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού. Ήταν 75 ετών, μέσα στο κέφι. Ερμήνευσε ζωντανά, παίζοντας στην κιθάρα ίσως το πιο πετυχημένο της τραγούδι, το «Ακόμα ένα ποτηράκι»:
Σπύρος Δευτεραίος
















