«Ξεκίνησα να γίνω συγγραφέας, αλλά στον δρόμο έκανα δύο λάθη: έγινα δημοσιογράφος και έκανα τηλεόραση. Ήταν σαν να ξεκίνησα για να χορέψω μπλουζ και όταν έφτασα στην πίστα η ορχήστρα το γύρισε σε ροκ. Tι κάνεις στην περίπτωση αυτή; Xορεύεις ροκ όσο καλύτερα μπορείς».
Και ο Φρέντυ Γερμανός χόρεψε σε πολλές πίστες. Και της ζωής του και της καριέρας του. Που ζωή και καριέρα, άνετα γίνονται βιβλία. Τα τελευταία μαζί με κάποιες από τις σπουδαίες εκπομπές που παρουσίαζε και έχουν σωθεί, δείχνουν όχι μόνο το ταλέντο, αλλά και την ευγένεια και το μεράκι με τα οποία τα δημιούργησε. Ο ίδιος δεν πρόλαβε τον νέο αιώνα, αφού έφυγε στις 21 Μαΐου το 1999. Kαι όπως είχε δηλώσει δεν τα πήγαινε καλά με τις μηχανές (εννοώντας τους υπολογιστές). Ήταν ένας παραδοσιακός δημοσιογράφος που ήξερε να χρησιμοποιεί την τεχνολογία, μόνο μέχρι εκεί που τον εξυπηρετούσε. Κοινώς δεν ήταν δέσμιος σε κάτι. Ακόμα και στην εικόνα του. Αν και ήταν από τους πιο κομψούς της ελληνικής τηλεόρασης, ο ίδιος δήλωνε ότι «Δεν προσέχω τι θα φορέσω στην τηλεόραση, προσέχω τι θα πω». Αυτό ήταν στην ουσία το πορτρέτο του Φρέντυ Γερμανού.
Τον Φρέντι Γερμανό ενδιέφερε το περιεχόμενο και όχι το περιτύλιγμα. Και γνώριζε ότι το πρώτο είναι αυτό που δίνει αξία και διάρκεια.

Ο πιο κακός ο μαθητής
Η καταγωγή του ήταν από την Μυτιλήνη, αλλά μεγάλωσε στην Αθήνα και συγκεκριμένα στην Κυψέλη και τα Εξάρχεια. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν μικρός, γεγονός που τον στιγμάτισε αφού το ίδιο συνέβη και στον ίδιο με τον πρώτο του γάμο. Πήγε σχολείο στη Λεόντειο Σχολή, αλλά όπως είχε αναφέρει ήταν πολύ κακός μαθητής. Και όπως συμπλήρωνε, ο χειρότερος που πέρασε ποτέ από το συγκεκριμένο σχολείο. «Είχα μείνει 4 φορές μεταξεταστέος στα μαθηματικά και μία στη γεωγραφία», είχε αποκαλύψει σε συνέντευξή του. Συμπληρώνοντας πως «Mε τα μαθηματικά έχω τη σχέση που έχουν οι τυφλοί με τα χρώματα. Γι’ αυτό το έσκαγα πάντα τις δύο πρώτες ώρες που είχαμε μαθηματικά και γυρνούσα στους δρόμους».
Τι και αν ο πατέρας του, που ήταν αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, ονειρευόταν ότι ο γιος του, θα γινόταν πολιτικός μηχανικός. Ο μικρός Φρέντυ, από 8 ετών είχε δείξει την κλίση του προς το γράψιμο. Μάλιστα σε ηλικία 8 ετών, έγραφε τη δική του εφημερίδα με τα νέα της οικογένειας αλλά και του περίγυρου του. Σε αυτή την προσπάθεια είχε συμπαραστάτρια την μητέρα του, που έγραφε και μυθιστορήματα σε συνέχειες στην μαθητική εκδοτική απόπειρα του γιου της.
Στη μητέρα του οφείλει και το ασυνήθιστό του όνομα. Ήταν το όνομα ενός Άγγλου αξιωματικού που είχε ερωτευτεί εκείνη στα δεκαοχτώ της.
«Στη μάνα μου χρωστάω το παν, το ότι διάβαζα, ότι έγραφα, ότι απέκτησα σε τρία χρόνια δύο βαθμούς μυωπίας», είχε πει ο ίδιος. Βέβαια ως παιδί χωρισμένων γονιών, έζησε κυρίως με τον παππού και τη γιαγιά του, για αυτό και η απώλειά τους, του στοίχισε πάρα πολύ.
Πριν όμως υποκύψει στη δημοσιογραφία, είχε και ένα άλλο όνειρο: Να γίνει ηθοποιός. «Όλοι οι άνθρωποι είναι ηθοποιοί, εκτός από μερικούς που δηλώνουν ηθοποιοί».

Θείος του ήταν ο συνθέτης Λεό Ραπίτης που πήγε τον ανιψιό του στον Δημήτρη Χορν, για να τον ακούσει. Ο νεαρός Φρέντυ απήγγειλε ένα ποίημα του Κωστή Παλαμά. Όταν τελείωσε την απαγγελία, ο Χορν τον ρώτησε τι θέλει να γίνει εκτός από ηθοποιός, εκείνος απάντησε δημοσιογράφος. Και τότε ο μέγας ηθοποιός του απάντησε «Γίνε δημοσιογράφος».

Με αφετηρία τα φαρμακεία
Ξεκινάει να σπουδάζει δημοσιογραφία, ενώ για να έχει τα προς το ζην έγινε πλασιέ υφασμάτων και υπάλληλος λογιστηρίου. Το 1953, συμμετείχε στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Διηγήματος Νέων της εφημερίδας Η Βραδυνή. Το μυθιστόρημά του Για μια εκδίκηση απέσπασε το δεύτερο βραβείο και συνοδεύτηκε από χρηματικό έπαθλο πεντακοσίων δραχμών – αρκετό, ίσως, για να αγοράσει λίγο μελάνι και χαρτί, αλλά κυρίως για να τον πείσει πως το πάθος του είχε αρχίσει να αναγνωρίζεται.

Ο Φρέντυ Γερμανός άρχισε την επαγγελματική του σταδιοδρομία ως δημοσιογράφος το 1954 από την εφημερίδα Ελευθερία του Πάνου Κόκκα, στην οποία έμεινε έως το 1960. Η πρώτη του δουλειά εκεί, ήταν να γράφει τα εφημερεύοντα φαρμακεία. Θέση που κράτησε για τρία χρόνια και που μάλιστα το έλεγε με καμάρι, ότι ανέβηκε σιγά-σιγά τη δημοσιογραφική κλίμακα. Και δεν ήταν ο μόνος. Χρόνια αργότερα, που είχε γίνει μεγάλο όνομα, διευθυντές και αρχισυντάκτες εφημερίδων, στις γκρίνιες νεαρών δημοσιογράφων που δεν τους έδιναν να κάνουν ρεπορτάζ, απαντούσαν «Και ο Φρέντυ Γερμανός ξεκίνησε από τα φαρμακεία».
Σιγά -σιγά άρχισε λοιπόν τη δημοσιογραφική του δουλειά ως ρεπόρτερ. Και άρχισαν και οι δημοσιογραφικές αποστολές, αν και η πρώτη του επιτυχία ήταν η κάλυψη της κηδείας του Νίκου Καζαντζάκη. Ξεκινάει λοιπόν τα ταξίδια, ενώ το 1961 εργάζεται στη Μεσημβρινή της Ελένης Βλάχου έως το 1967 που έκλεισε μετά την επιβολή της χούντας. Το 1969 ως απεσταλμένος της Απογευματινής, φτάνει στο ακρωτήριο Κανάβεραλ (σήμερα Κένεντι) για να παρακολουθήσει το άλμα του ανθρώπου στο φεγγάρι-όντας ο μόνος Έλληνας δημοσιογράφος. Μάλιστα μερικά χρόνια αργότερα, κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας (Ο Εχθρικός Πλανήτης) που είχε σαν θέμα όλα όσα είχε μάθει τότε στο Κανάβεραλ.
Παράλληλα όμως αρχίζει να γράφει και χρονογραφήματα στις εφημερίδες και τα έντυπα όπου συνεργαζόταν. Και φυσικά εκεί φαίνεται και το χιούμορ του.
Ώρα για τηλεόραση
«Ένα πρωί του 1966 με φώναξε ο Mιχάλης Γιαννακάκος –ήταν αυτός που είχε ξεκινήσει την τηλεόραση– και με ρώτησε αν θέλω να λέω τις ειδήσεις. Θέλω, του είπα, αλλά δεν ξέρω αν κάνω. Δεν έχω καλή άρθρωση, δεν είμαι καλός αφηγητής, δεν έχω φωτογένεια και επιπλέον παθαίνω τρακ. Γέλασε και μου είπε ότι όλα αυτά σημαίνουν πως κάνω για την τηλεόραση. Έτσι άρχισα να λέω τις ειδήσεις στην Hχώ των γεγονότων. Eκείνη την εποχή οι ειδήσεις ήταν μια πολύ περίεργη υπόθεση: τις γράφαμε εμείς, τις λέγαμε εμείς και… τις ακούγαμε εμείς».

Όπως καταλάβατε μπήκαμε πια στην εποχή της τηλεόρασης. Όσο για την τελευταία πρόταση, που έχει να κάνει με τις ειδήσεις, αναφερόταν στο ότι εκείνα τα πρώτα χρόνια της μικρής οθόνης, υπήρχαν λίγοι δέκτες στην χώρα.
Το 1970 κάνει το θρυλικό Aλάτι και Πιπέρι. Aπό την εκπομπή πέρασαν σχεδόν όλοι οι σημαντικοί Έλληνες της εποχής, ενώ στην μεταπολίτευση έκανε focus σε προσωπικότητες που επέστρεφαν από το εξωτερικό μετά την κατάρρευση της χούντας όπως ο Παναγούλης, ο Θεοδωράκης, η Mερκούρη. Η εκπομπή με την τελευταία ήταν και η αιτία να κοπεί –εκ των άνωθεν– το Αλάτι και πιπέρι.

Επέστρεψε στην τηλεόραση το 1978 με εκπομπές που έγραψαν ιστορία, όπως το Πορτρέτο της Πέμπτης, την Πρώτη σελίδα, το Φλας Mπακ και τελευταία την Ώρα της αλήθειας στο MEGA.

Και μπορεί αρκετές εκπομπές από την ΕΡΤ να έχουν σβηστεί, όμως και αυτές που έμειναν έχουν γράψει ιστορία. Ποιος ξεχνάει τον «σκληρό» Διονύση Παπαγιαννόπουλο να λυγίζει με τις εικόνες από το πατρικό του στο Διακοφτό και αυθόρμητα να φεύγει από το στούντιο. Ή την Σοφία Βέμπο σε μια από τις ελάχιστες τηλεοπτικές συνεντεύξεις της.
«Αγαπούσα τις συνεντεύξεις, γιατί αγαπούσα τον άνθρωπο και ήθελα να τον ψάχνω όσο μπορώ», είχε πει.
Ο ίδιος χαρακτήριζε τον εαυτό του ως τελειοθήρας. Και για αυτό τον λόγο, όταν οι τεχνικοί τον έβλεπαν, ζοχαδιαζόντουσαν και τον απέφευγαν γιατί ξέρανε ότι θα τους εξοντώσει με την τελειομανία του.

Φυσικά είχε ζήσει πολλές ιστορίες στα παρασκήνια των εκπομπών. Είχε μάλιστα διηγηθεί το εξής περιστατικό. Μια κοπέλα τον είχε πάρει τηλέφωνο στο σπίτι του. Αφού του είχε δώσει συγχαρητήρια και του είχε δηλώσει ότι είναι ερωτευμένη μαζί του, τον είχε παρακαλέσει να μεταθέσει την ώρα της εκπομπής του, καθώς στις 7:30 παιζόταν στο αντίπαλο η αντίστοιχη που παρουσίαζε ο Κώστας Βενετσάνος. Και όταν ο Γερμανός την ρώτησε γιατί δεν ζητούσε από τον Βενετσάνο, να αλλάξει εκείνος την ώρα προβολής του, η τηλεθεάτρια του είπε ότι ο τηλεφωνικός κατάλογος δεν είχε το τηλέφωνό του.
Οι γυναίκες της ζωής του
Ο πρώτος του γάμος ήταν με την τότε σπουδάστρια δραματικής σχολής και μετέπειτα υπερ-πετυχημένη διαφημίστρια Εριέττα Μαυρουδή. Παντρεύτηκαν την Πέμπτη 30 Ιανουαρίου του 1964 παντρεύονται στην εκκλησία των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, στο Πεδίο του Άρεως. Η κόρη τους είναι η Ναταλία Γερμανού. Και παρόλο που και εδώ επαναλήφθηκε η ιστορία των γονιών του Φρέντυ Γερμανού, δηλαδή χωρισμός. Και παρόλο που και η Ναταλία μεγάλωσε με τη γιαγιά της, είχε πει: «Αν μπορούσα να έρθω σαν αστέρι στον ουρανό, πάλι αυτούς τους γονείς θα διάλεγα».

Το 1976 στα γυρίσματα μιας εκπομπής του γνωρίζεται με την Μαρία Ιωαννίδου και προκύπτει έρωτας. Παντρεύτηκαν το 1979 και έμειναν μαζί μέχρι το θάνατο του, το 1999.
Η Ιωαννίδου είχε διηγηθεί την επεισοδιακή, όπως αποδείχτηκε, πρόταση γάμου: «Μου έκανε πρόταση γάμου Χριστούγεννα στη Νέα Υόρκη. Έβαλε τη βέρα του αρραβώνα μέσα σε ποτήρι σαμπάνιας και γονάτισε. Ο Φρέντυ με βάφτισε «πάπια» από τις πάπιες του Central Park της Νέας Υόρκης. Μου λέει «παπάκι, για να το γιορτάσουμε πρέπει να πιείς σήμερα» και μου φέρνει ένα ποτήρι σαμπάνια που είχε μέσα το δαχτυλίδι των αρραβώνων μας. Δεν με είχε προειδοποιήσει για το τι είναι μέσα στο ποτήρι μου και… το κατάπια. Έγινε χαμός! Ξεσηκώθηκε το ξενοδοχείο, ξεσηκώθηκαν όλοι. Είμαι όμως ηρωίδα, να το δαχτυλίδι, αυτό ήταν! Το βρήκαμε». «Είναι αλήθεια, το δαχτυλίδι το κατάπια. Και έγινε χαμός γιατί βέβαια πνίγηκα».

Το ζευγάρι χώρισε για ένα χρόνο και όπως είχε εξομολογηθεί η Ιωαννίδου: «Για ένα διάστημα κάναμε ένα διάλειμμα με τον Φρέντυ που εγώ φταίω πάλι και εκεί». Ο ίδιος είχε εξομολογηθεί και το παρακάτω σκηνικό. Το σπίτι τους ήταν στην οδό Σόλωνος, όπου απέναντι από αυτό «Υπήρχαν κάτι κυρίες που περπατάνε, πάνω -κάτω. Η γυναίκα μου εκνευρίζοταν που τις έβλεπε και με ρωτάει τι κάνουν. «Περιμένουν το λεωφορείο» της απαντώ. «Μα πέρασαν 10 λεωφορεία και δεν πήραν κανένα», μου λέει. «Ε δεν θα πήγαινε εκεί που ήθελαν, της απάντησα.
Αυτό που μένει
Ο ίδιος περιγράφοντας τον εαυτό του είχε πει: «Δεν καπνίζω, δεν οδηγώ, δεν λέω ανέκδοτα. Είμαι πληκτικός και καθόλου διασκεδαστικός». Από το 1964 μέχρι το τέλος της ζωής του είχε κυκλοφορήσει 29 βιβλία. Το τελευταίο με θέμα τον ηγέτη της Αριστεράς Νίκο Ζαχαριάδη εκδόθηκε μετά θάνατον.
«Ζω το πιο συναρπαστικό σενάριο της ζωής μου. Κρίμα που δε θα ‘μαι εκεί να γράψω το τέλος μου», είχε πει σχετικά με την αρρώστια του λίγο πριν από το τέλος. Ένα τέλος που γράφτηκε στις 21 Μαΐου του 1999, σε ηλικία μόλις 65 ετών.
Από τότε έχουν αλλάξει σχεδόν τα πάντα όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και σε όλο τον πλανήτη. Όμως ακόμα και οι νεώτεροι που τον ανακαλύπτουν, σίγουρα κάτι κερδίζουν. Ακόμα και ως απλοί αναγνώστες οι τηλεθεατές. Γιατί ο Φρέντυ Γερμανός εκτός από σπουδαίος και πρωτοπόρος ήταν ένας εκλεπτυσμένος άνθρωπος, που έζησε και ομολόγησε κυρίως την ευγενική αλήθειά του. Ή όπως έλεγε ο ίδιος: «Πιστεύω στον εαυτό μου και στα λάθη μου. Είμαστε υπεύθυνοι για ό,τι κάνουμε, καλό ή κακό».

Σπύρος Δευτεραίος
















