Η φωτογραφία δεν δείχνει κάτι εντυπωσιακό. Μια ομάδα παιδιών στέκεται ακίνητη, κοιτάζοντας το φακό. Δεν υπάρχει κίνηση, δεν υπάρχει δράμα με τη θεατρική έννοια. Και όμως, η λεζάντα την αλλάζει: «Μέρος ομάδας 42 ορφανών ελληνικών οικογενειών. Μάιος 1919, όλα με ψώρα. Φωτογραφία μετά το πρώτο μπάνιο και τη φαρμακευτική αγωγή».
Το βλέμμα μετατοπίζεται αμέσως. Αυτό που μοιάζει με απλή καταγραφή, γίνεται μαρτυρία. Το «μετά» –μετά το μπάνιο– υποδηλώνει σιωπηρά ό,τι προηγήθηκε. Και το «Μάιος 1919» τοποθετεί τη σκηνή σε μια στιγμή που δεν είναι ούτε πόλεμος, ούτε ειρήνη, αλλά κάτι ενδιάμεσο, ένα σχέδιο γενοκτονίας που έχει τεθεί σε κίνηση.
Αυτή η φωτογραφία καταγράφει το Ανατόλια σε μια από τις πιο καθοριστικές –και λιγότερο γνωστές– στιγμές της ιστορίας του.
Τον Μάρτιο του 1919 δεν είναι πια το διάσημο κολέγιο της Μερζιφούντας του Πόντου (ανατολικά της Σαμψούντας). Το κτήριο στέκεται εκεί όπου στεκόταν πάντα, αλλά ο ρόλος του έχει αλλάξει ριζικά. Μετά το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, οι εγκαταστάσεις παραδίδονται στη Near East Relief και μετατρέπονται σε κέντρο περίθαλψης και αποκατάστασης.
Εκεί, μέσα σε αίθουσες που μέχρι πρόσφατα φιλοξενούσαν μαθήματα, διαλέξεις και εξετάσεις, αρχίζουν να συγκεντρώνονται εκατοντάδες παιδιά. Ελληνόπουλα και Αρμενόπουλα, ορφανά ενός πολέμου που για αυτά δεν έχει πραγματικά τελειώσει.
Το Ανατόλια φιλοξενεί περίπου 600 παιδιά. Παράλληλα, λειτουργεί και ένα ξεχωριστό τμήμα, το λεγόμενο «Baby House», όπου ζουν νεαρές Αρμένιες που έχουν διασωθεί από απαγωγές, μαζί με τα παιδιά τους. Η παρουσία τους εκεί είναι ένδειξη της μορφής που πήρε η βία τα προηγούμενα χρόνια. Το ίδρυμα καλείται πλέον να διαχειριστεί όχι μόνο την απώλεια, αλλά και τις συνέπειες της.
Αυτή η… μεταμόρφωση δεν προέκυψε από το πουθενά. Το Κολέγιο είχε ήδη περάσει μέσα από τη δίνη των διωγμών. Το 1916, οι Νεότουρκοι είχαν διατάξει το κλείσιμό του. Οι εγκαταστάσεις επιτάχθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως στρατιωτικό νοσοκομείο. Το ίδιο το ίδρυμα, που μέχρι τότε λειτουργούσε ως ένας από τους πιο δυναμικούς εκπαιδευτικούς κόμβους της περιοχής, εντάχθηκε βίαια στη λογική του πολέμου.
Μέχρι το 1918 κράτησε η αναστολή των μαθημάτων, προτού κλείσει οριστικά το 1921 με απόφαση του τουρκικού κράτους. Ταυτόχρονα, οι άνθρωποί του βρέθηκαν στο στόχαστρο.

Και όμως, λίγα χρόνια πριν η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική.
Η ίδρυση του Ανατόλια εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της αμερικανικής ιεραποστολικής παρουσίας στη Μικρά Ασία τον 19ο αιώνα. Από τις πρώτες αποστολές στην Κωνσταντινούπολη τη δεκαετία του 1820 έως το θεολογικό σχολείο του Μπεμπέκ το 1840, η εκπαίδευση αναδεικνύεται σταδιακά ως το βασικό μέσο επιρροής. Η άμεση ιεραποστολική δράση συναντά αντιδράσεις –τόσο από τις οθωμανικές Αρχές όσο και από τις τοπικές εκκλησίες–, και έτσι οι Αμερικανοί ιεραπόστολοι στρέφονται προς τη δημιουργία σχολείων, τη μετάφραση θρησκευτικών κειμένων και την ανάπτυξη εκπαιδευτικών δικτύων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ιδρύεται το Ανατόλια στη Μερζιφούντα, με οικονομική στήριξη από το American Board της Βοστόνης αλλά και από την αρμενική κοινότητα. Από την αρχή, το ίδρυμα έχει έναν διπλό χαρακτήρα. Από τη μία πλευρά ενσωματώνει τις αξίες και τα πρότυπα των προτεσταντικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων των Ηνωμένων Πολιτειών. Από την άλλη λειτουργεί μέσα σε ένα πολυεθνικό και πολυθρησκευτικό περιβάλλον, όπου Έλληνες, Αρμένιοι και άλλες κοινότητες συνυπάρχουν.
Οι πρώτοι μαθητές είναι στην πλειονότητά τους Αρμένιοι, κάτι που συνδέεται τόσο με την οικονομική τους κατάσταση όσο και με τη μεγαλύτερη διάθεσή τους να ενταχθούν σε ένα τέτοιο εκπαιδευτικό πλαίσιο. Οι Έλληνες συμμετέχουν σε μικρότερο βαθμό, χωρίς όμως να λείπουν.
Σταδιακά, το Ανατόλια εξελίσσεται σε ένα ίδρυμα υψηλού επιπέδου, με σπουδές που επιτρέπουν στους αποφοίτους του να συνεχίσουν σε πανεπιστήμια της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η εκπαιδευτική δραστηριότητα δεν περιορίζεται στην τάξη. Μέσα στο ίδιο το ίδρυμα αναπτύσσονται σωματεία, πολιτιστικές δράσεις και εκδόσεις. Το 1909 ιδρύεται ο Ελληνικός Αθλητικός Σύλλογος «Πόντος» Μερζιφούντας, με τη συμμετοχή μαθητών, αποφοίτων και καθηγητών. Ο σύλλογος δεν είναι μόνο αθλητικός. Οργανώνει θεατρικές παραστάσεις, διατηρεί βιβλιοθήκη και εκδίδει περιοδικό. Αποτελεί, ουσιαστικά, έναν χώρο συγκρότησης ταυτότητας μέσα στο πλαίσιο του σχολείου.

Αυτή η δυναμική θα αποδειχθεί, λίγα χρόνια αργότερα, επικίνδυνη. Το 1921, οι τουρκικές Αρχές περικυκλώνουν το Ανατόλια. Οι έρευνες στους χώρους του ιδρύματος οδηγούν σε συλλήψεις δεκάδων ατόμων. Τα ευρήματα που παρουσιάζονται ως αποδεικτικά στοιχεία –χάρτες, βιβλία, σημειώσεις, ακόμη και μια αθλητική φανέλα με μπλε και άσπρες ρίγες– αποκαλύπτουν το εύρος της καχυποψίας.
Στο νέο αυτό πλαίσιο, η πολιτιστική και εκπαιδευτική δραστηριότητα μπορεί εύκολα να ερμηνευθεί ως πολιτική πράξη.
Οι υπεύθυνοι του κολεγίου κατηγορήθηκαν ότι βοήθησαν επαναστατικές ομάδες ανταρτών, ενώ από τα Δικαστήρια Ανεξαρτησίας της Αμάσειας καταδικάστηκαν σε θάνατο διά απαγχονισμού δύο καθηγητές, δύο απόφοιτοι και ένας μαθητής. Είναι σαφές ότι το Ανατόλια δεν μπορεί πλέον να συνεχίσει τη λειτουργία του στη Μερζιφούντα. Το 1921 αποφασίζεται η μετεγκατάστασή του στην Ελλάδα, ενώ η επαναλειτουργία του στη Θεσσαλονίκη θα πραγματοποιηθεί το 1933.
















