Σας λέει κάτι το όνομα Sophie de Marbois Lebrun (Σοφί ντε Μαρμπουά-Λεμπρέν); Ίσως όχι. Εξάλλου είναι λίγο δύσκολο το συγκεκριμένο γαλλικό όνομα. Όμως σίγουρα έχετε ακούσει για τη «Δούκισσα της Πλακεντίας».
Η ιστορία αυτής της γυναίκας, που απεβίωσε το 1854, εξακολουθεί να συγκινεί στο τόσο άγριο 2026.
Τρανή απόδειξη η φετινή παράσταση, ένας μονόλογος με ηρωίδα τη Γαλλίδα φιλελληνίδα, που όχι μόνο θεωρείται ως μια από τις πιο απρόσμενες θεατρικές επιτυχίες της σεζόν, αλλά παίζεται και σε πόλεις εκτός Αθηνών. Μάλιστα με τις πρώτες… ζέστες ετοιμάζεται και μια μεγάλη καλοκαιρινή περιοδεία.
Η παράσταση
Η αλήθεια είναι πως όταν έγινε γνωστό ότι θα ανέβει η παράσταση με θέμα της ζωής της κόμισσας και δη ως μονόλογος, ακούστηκαν διάφορες… Κασσάνδρες που μίλησαν για μια αποτυχία. Ίσως γιατί μια τέτοια βιογραφία παρέπεμπε στο παρελθόν και σε μια τέτοιου είδους παράσταση. Με πολλούς πρωταγωνιστές, σκηνικά και κοστούμια εποχής και όλα τα συναφή. Συν του ότι θα ήταν άλλος ένας μονόλογος… στη θεατρική Αθήνα;

Όμως επειδή κάθε έργο κρίνεται αφού πρώτα ανοίξει η αυλαία, εδώ διαψεύσθηκαν. Ο Γιώργος Νανούρης επιμελήθηκε το κείμενο, τη μουσική επένδυση, τη σκηνοθεσία και τους φωτισμούς. Ειδικά τους τελευταίους που είναι το βασικό σκηνικό όχημα προς το σήμερα, αλλά και στο αφαιρετικό ύφος που έχει ένας μονόλογος.
Όλα αυτά είναι ωραία αλλά θα κατέληγαν στο κενό αν δεν υπήρχε η κατάλληλη ηθοποιός. Και εδώ, όπως δείχνουν οι κριτικές και οι γνώμες των θεατών, το βαρύ φορτίο το επωμίστηκε η Μαρία Κίτσου που από το πρώτο λεπτό «παίρνει» τον θεατή μαζί της. Και στην κορυφαία σκηνή του σπαραγμού, το κοινό μένει αποσβολωμένο και δεν είναι λίγοι εκείνοι που βγάζουν και χαρτομάντηλο για να σκουπίσουν τα δάκρυα τους. Και αυτό λέγεται επιτυχία!
Η παράσταση παίζεται δυο μέρες την εβδομάδα στο θέατρο «Βεάκη». Έχει ήδη ανέβει σε Θεσσαλονίκη και Βόλο. Και ετοιμάζεται για καλοκαιρινή περιοδεία.
Μια ταινία ετών 71
Τη σεζόν 1955-56 κυκλοφόρησε στις αίθουσες η ταινία Η Δούκισσα της Πλακεντίας και ο Λήσταρχος Μπίμπισης, αλλά με τα χρόνια ο τίτλος περιορίστηκε στη γαλαζοαίματη. Η ταινία ήταν γυναικεία υπόθεση, αφού τη σκηνοθεσία υπέγραφε η Μαρία Πλυτά. Το φιλμ ήταν ασπρόμαυρο και την παραγωγή είχε ο «Πανελλήνιος Κινηματογραφικός Προμηθευτικός Συνεταιρισμός», μια εταιρεία που δεν μακροημέρευσε, καθώς η εν λόγω ταινία ήταν μόλις η δεύτερη που έκανε και η τελευταία.

Παρόλο λοιπόν που η ταινία δεν είχε κάποια μεγάλη εταιρεία παραγωγής, είναι φροντισμένη. Τα δε γυρίσματα έγιναν στον αυθεντικό πύργο της Δούκισσας στην Πεντέλη, (στον χώρο δηλαδή όπου πριν από λίγες μέρες έκανε γυρίσματα ο Μπραντ Πιτ) κάτι όχι ιδιαίτερα συνηθισμένο για την εποχή που γυρίστηκε καθώς πολύ σπάνια έβγαιναν εκτός στούντιο οι παραγωγές. Όμως λόγω χώρου υπήρξε μια σεναριακή αυθαιρεσία. Συγκεκριμένα στην ταινία βλέπουμε να ανακαλύπτεται το βαλσαμωμένο σώμα της νεκρής κόρης της, μετά την φωτιά που ξέσπασε στο μέγαρο στην Πεντέλη. Σύμφωνα με τους ιστορικούς έγινε μεν η αποκάλυψη λόγω φωτιάς, όχι όμως στην Πεντέλη αλλά στο σπίτι της Δούκισσας στην οδό Πειραιώς.
Όσον αφορά τους πρωταγωνιστικούς ρόλους, στον πρωταγωνιστικό ρόλο ήταν η Ρίτα Μυράτ. Η σύζυγος του αρχιτέκτονα Αλέξανδρου Μυράτ, πρωτότοκου γιού της Κυβέλης και του Μήτσου Μυράτ. Η Μυράτ (πατρικό όνομα Μαργαρίτα Ταρσούλη) με αυτήν την ταινία έκανε επιστροφή στον κινηματογράφο 25 χρόνια από την προηγούμενή της που ήταν η βωβή ταινία Τα γαλάζια κεριά του Μιχάλη Κουνελάκη.
Την κόρη της υποδύθηκε η Βούλα Χαριλάου στην πρώτη της εμφάνιση στον κινηματογράφο, ενώ δίπλα τους ήταν ο Δημήτρης Νικολαϊδης στο ρόλο του λήσταρχου Μπίμπιση, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο Αλέκος Δεληγιάννης (κατ’ εξοχήν ηθοποιός του θεάτρου εκείνης της εποχής) και η Δέσπω Διαμαντίδου ως αφηγήτρια. Το φιλμ –που είχε και χορογραφίες, χωρίς να είναι φυσικά μιούζικαλ– είχε έρθει 10ο σε εισπράξεις ανάμεσα στις 24 ελληνικές ταινίες που προβλήθηκαν εκείνη τη σεζόν. Όσον αφορά τις κριτικές ήταν μοιρασμένες. Συγκεκριμένα ο Μάριος Πλωρίτης έγραψε: «Η Δούκισσα της Πλακεντίας είναι μια φιλότιμη προσπάθεια να γυριστεί και εδώ μια “ταινία εποχής”. Το φιλμ κυλάει αργά και χαλαρά παρόλο που πολλοί δόκιμοι ηθοποιοί (Μυράτ, Κωνσταντάρας, Δεληγιάννης) καθώς και η καινούργια καλλιτέχνις Βούλα Χαριλάου (που φωταγωγικά και υποκριτικά γυρίσματα έχει αξιόλογα) κάνουν ότι μπορούν να του δώσουν λίγη ζωντάνια».

Πριν από λίγο καιρό και συγκεκριμένα στις 30 Ιανουαρίου 2026, 70 χρόνια ακριβώς μετά την πρεμιέρα της στις αθηναϊκές αίθουσες (30 Ιανουαρίου 1956) η ταινία προβλήθηκε στο μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας, από αποκατεστημένη κόπια.
Η τραγική ιστορία
Μπορεί η Σοφί ντε Μαρμπουά να γεννήθηκε, το 1785, στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ, αλλά ο πατέρας της ήταν Γάλλος διπλωμάτης που είχε παντρευτεί Αμερικανίδα, κόρη του κυβερνήτη της Πενσυλβάνια. Το 1804 παντρεύτηκε το στρατηγό Ανν-Σαρλ Λεμπρέν, υπασπιστή του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο οποίος ήταν γιος του υπουργού οικονομικών Σαρλ-Φρανσουά Λεμπρέν. Ο Λεμπρέν είχε οριστεί Δούκας της Πιατσέντσα, πόλης της βόρειας Ιταλίας που είχε κατακτήσει ο Μέγας Ναπολέων το 1796. Το ζευγάρι απέκτησαν την κόρη τους Ελίζα.
Όμως ο γάμος τους δεν πήγε καλά και πολύ σύντομα άρχισαν να ζουν χωριστά, χωρίς όμως να πάρουν διαζύγιο. Αρχικά η Σοφί έμενε στο Παρίσι όπου ήταν στο επίκεντρο των διανοούμενων της εποχής. Όμως πολύ γρήγορα εγκατέλειψε τη χώρα, λόγω συζύγου και της νέας τάξης που είχε αρχίσει να ανεβαίνει μετά την πτώση του Ναπολέοντα. Έτσι βρήκε καταφύγιο στην Ιταλία.
Στην πορεία η Δούκισσα έδειξε τα φιλελληνικά της αισθήματα, αφού έδωσε πολλά χρήματα για την ελληνική επανάσταση. Το 1826 γοητεύτηκε από την προσωπικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια, όταν γνωρίστηκαν στο Παρίσι. Με δική του προτροπή εγκαταστάθηκε το 1829 στο Ναύπλιο. Μόνο που στην πορεία οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν και η Δούκισσα τάχθηκε με τους
αντιπάλους του, ακόμα και μετά τη δολοφονία του.
Το 1836 η Σοφία με την κόρη της αναχώρησαν για μακρά περιοδεία στην Οθωμανική Ασία. Ένα χρόνο αργότερα, όμως η κόρη της πέθανε σε ηλικία 33 ετών από στηθικό νόσημα –τότε εννοούσαν τη φυματίωση (γνωστή και ως χαρμάνι, φθίση ή λευκή πανούκλα)– στη Βηρυτό, πιθανώς οφειλόμενο στην εξάπλωση της πανώλης. Η Δούκισσα δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει τον χαμό της αγαπημένης της κόρης και βαλσάμωσε το κορμί της, με το οποίο επέστρεψε στην Αθήνα. Τοποθέτησε το άψυχο σώμα της στο υπόγειο της προσωρινής κατοικίας της στην οδό Πειραιώς, το οποίο είχε μετατρέψει σε παρεκκλήσιο, θέλοντας να το θάψει σε μεγαλοπρεπή ναό που σκόπευε να κτίσει στην Πεντέλη. Μόνο που όταν πήρε φωτιά το κτίριο, το 1847, ήρθε η αλήθεια στην επιφάνεια.
Οι μύθοι και το μέγαρο
Οι ιστορικοί τη θεωρούσαν εκκεντρική, ειδικά μετά το θάνατο της κόρης της. Συγκεκριμένα διέκοψε τις επαφές με το τότε βασιλικό ζευγάρι, δηλαδή τον Όθωνα και την Αμαλία, ενώ απαρνήθηκε τον χριστιανισμό και ασπάσθηκε την ιουδαϊκή θρησκεία. Όσον αφορά το μέγαρο στην Πεντέλη, ολοκληρώθηκε μετά το θάνατό της, από τον ανιψιό της.

Γύρω από τη ζωή της, ειδικά μετά τη φωτιά στην οδό Πειραιώς υπάρχουν πολλοί μύθοι. Ένας από αυτούς ήταν η σχέση της με τον λήσταρχο Σπύρο Μπίμπιση. Ο εν λόγω ληστής ήταν πολύ λαοφιλής εκείνα τα χρόνια και σύμφωνα με την ιστορία, το 1846, απήγαγε τη Δούκισσα. Συγκεκριμένα εκείνη είχε πάει εκδρομή με τη συνοδεία της στην Πεντέλη. Εκεί τη βρήκε ο λήσταρχος και την απήγαγε ζητώντας λύτρα. Η απαγωγή έληξε άδοξα για τον Μπίμπιση, αφού εξαγριωμένοι κάτοικοι του Χαλανδρίου κυνήγησαν τους ληστές και τους έδιωξαν. Το παράδοξο της όλης υπόθεσης όμως είναι ότι η Δούκισσα μετά την απαγωγή της προσπάθησε να πετύχει βασιλική χάρη για τον λήσταρχο, κάτι που μοιάζει να επιβεβαιώνει τις λαϊκές φήμες της περιόδου, ότι δηλαδή υπήρχε κρυφή σχέση μεταξύ τους.
Επίσης γύρω στα μέσα του προηγούμενου αιώνα βγήκε και έτερος μύθος σχετικά με παράνομη σχέση της, πάλι με λήσταρχο. Αυτή την φορά με τον Χρήστο Νταβέλη. Μάλιστα το κρυφό αντάμωμά τους, επιτυγχάνονταν μέσω ενός λαγουμιού που ένωνε τη σπηλιά του Νταβέλη με τον πύργο της. Βέβαια το περιβόητο λαγούμι, δεν βρέθηκε ποτέ.
Η Δούκισσα πέθανε το 1854 σε ηλικία 69 χρονών. Και παρόλες τις ιδιαιτερότητες της, ήταν πολύ αγαπητή στον κόσμο. Ειδικά όταν έγινε γνωστή η τραγωδία με την κόρη της. Φυσικά όπως για κάθε πρόσωπο που γίνεται μύθος, έτσι και για εκείνη έχουν ειπωθεί και γραφτεί και πράγματα ακραία. Αλλά αυτή δεν είναι η μοίρα των μύθων;
















