Ο Πέτρος Γεωργόπουλος ζούσε στην Τοκάτη (γνωστή και με τα ονόματα Τοσκάτη, Τοκάτ, Τοκάτιον, Ευδοκιάς, Ευδοκιούπολις, Δαγιμών, Βήρισα) την αρχαία Δαζιμωνίδα, η οποία ιδρύθηκε από τους κατοίκους των Κομάνων στα χρόνια του αυτοκράτορα Ηρακλείου, παίρνοντας το όνομα της αδελφής του Ευδοκίας.
Οι Σελτζούκοι Τούρκοι πρόφεραν το όνομά της παραφθαρμένα «Κρατοκία», πριν το αλλάξουν σε Τοκάτη.
Στην περιοχή υπήρχαν δώδεκα οικισμοί με ορθόδοξο πληθυσμό. Η πόλη ήταν χτισμένη στους πρόποδες δύο βουνών, διακλαδώσεων των ποντιακών Άλπεων, του Γιλdίζ νταγ και του Κας νταγ, όπου υπήρχαν τα ερείπια της αρχαίας πόλης και βρισκόταν κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή που συνέδεε τη Σεβάστεια με τη Σαμψούντα. Εμπορικές συναλλαγές είχαν οι κάτοικοι με τη Σεβάστεια, στην οποία έδιναν σιτηρά κι έπαιρναν κυρίως σταφύλια.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Η κωμόπολις Τοκάτ είναι σχεδόν εις το κέντρον της Μικράς Ασίας και ανήκει εις τον νομόν Σίβας ή Σεβάστειας. Η πόλις αυτή, δηλαδή η σημερινή τοποθεσία της πόλεως ήτο λειβάδι και βοσκούσαν τα ζωντανά των κατοίκων της περιφερείας, και η πόλις ήτο στο Κόμανα και είναι περίπου δύο ώρες μακρυά από τη σημερινή «Τοκάτ».
Η λέξις Τοκάτ είναι τουρκική, δηλαδή καθώς ως άνω αναφέρω, ότι η τοποθεσία της πόλεως Τοκάτ ήτο λειβάδι και εις την παλαιά εποχή, καθώς μας είπαν οι γεροντότεροι, ο δυνάστης της εποχής εκείνης ο οποίος κυβερνούσε τον τόπον και την χώραν, είχε τα άλογά του και βοσκούσαν σε διάφορα μέρη. Μια ημέρα το ένα άλογό του δεν φάνηκε και δια να το βρουν ερευνούσαν παντού.
Επιτέλους ηύραν το άλογο πλαγιασμένο και χορτάτο μέσα σε πάμπολλα χόρτα και έκτοτε η τοποθεσία ονομάσθη Τοκ Ατ, δηλαδή «χορτάτος ίππος», αλλά πότε κτίστηκε, δεν έμαθα η σημερινή πόλις Τοκάτ.
Η πόλις Τοκάτ είναι κτισμένη εις το μέσον τεσσάρων βουνών ως κάμπος εις τα προπόδια των βουνών. Και είναι τα εξής βουνά, Τόπτσαν, Χέσχες, Χατς, Κάλα.
Εις το ανατολικόν της πόλεως, έχει ένα ποτάμι· ο κόσμος με ζώα περνούσε το ποτάμι, και επάνω στο ποτάμι υπάρχει μια κτιστή γέφυρα, από την οποία περνούν οι κάτοικοι, ίνα πηγαίνουν εις τα κτήματά τους και λέγεται Τσομπάν κιοπρουσή, δηλαδή η γέφυρα του τσομπάνη.
Υπάρχουν διάφοροι κήποι και περιβόλια και διάφορα καρποφόρα δέντρα: μηλέα, απιδιά, αμπέλια κτλ. […] Και έχουσι μια ωραία και περίφημη τριανταφυλλέα, η οποία ευωδιάζει πάρα πολύ και έχει ακριβώς τριάντα δύο φύλλα. Το ποτάμι γυρίζει τρεις μύλους είναι: Κουρκδζή ποδός, ο χανές, ο ορτά. Και το νερό του ποταμού το χρησιμοποιούν για πότισμα των περιβολιών και των κήπων και το έλεγαν «Γεσίλ ιρμάκ», δηλαδή πράσινο ποτάμι. Υπήρχε άλλο ένα και περνούσε από την πόλι και το λέγανε «Μποκλή ιρμάκ».
Από το Τοκάτ, δυο ώρες μακρυά είναι τα Κόμανα εις τα οποία ετάφη ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος το 407, τότε είχε επ’ όνομα Κόμανα Κωμόπολις και το χωράφι που ανήκει ο άγιος ανήκει εις την οικογένειαν Παπαδοπούλου και ο υιός του είναι εδώ εις τη Νέα Ιωνία και ζη, αλλά είναι γέρος και ο τάφος του μόνο από ένα σωρό πέτρες τον γνωρίζεις και τον διακρίνεις. Και είναι χωράφι και το αλεύρι από το σιτάρι του χωραφιού αυτού, όταν ζυμώνεται για ψωμί, χωρίς μαγιά φουσκώνεται. Προ του πολέμου του 1914 ο δεσπότης Αμβρόσιος ήθελε εις την τοποθεσία εκείνη να κτίση ένα μοναστήρι του Ιωάννου Χρυσοστόμου, αλλά δυστυχώς λόγω του πολέμου και της ανταλλαγής, όλα έμειναν κατά την τύχη και μη χειρότερα. Τώρα τι γίνεται, ο Θεός γνωρίζει. […]
Μοναστήριον Παναγία: Και μακρυά, σχεδόν μια ώρα πεζή από την κωμόπολι, έχει ένα μοναστήριον με το όνομα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, δηλαδή της Παναγίας και γύρω από την εκκλησία υπήρχαν κτισμένα σπίτια και διάφορα δωμάτια και ο κόσμος που παραθέριζε επήγαινε εκεί.
Και κάθε χρόνο εις τας δεκαπέντε Αυγούστου γινόνταν μεγάλη πανήγυρις, και βέβαια πρώτα η πίστις, θεραπεύονταν πολλοί δαιμονισμένοι και άλλες διάφορες αρρώστιες.
Και κατά τα λεγόμενα επί εποχής των γενιτσάρων με σκοπόν την λεηλασία, έκαμαν επίθεσι κατά της εκκλησίας και ο κόσμος έντρομος εγκατέλειψε όλα τα υπάρχοντά του και τα σπίτια του και έφυγε εις τα βουνά.
Εκείνη τη στιγμή, μια γυναίκα εμαγείρευε ντολμάδες μέσα στο τσουκάλι –και αυτή η καϋμένη η γυναίκα– παίρνει το τσουκάλι με τους βρασμένους ντολμάδες και φεύγει, αλλά εν τω μεταξύ βλέπει ότι δεν θα μπορεί να φύγη με το τσουκάλι στο χέρι και αφίνει το τσουκάλι εις το μέσον της αυλής του ναού γεμάτο με τους ντολμάδες. Σε λίγο έφθασαν οι γενίτσαροι και τι βλέπουν ως εκ θαύματος το τσουκάλι ακόμη να βράζη επάνω στη γη και χωρίς φωτιά.
Αμέσως τους πήρε φόβος και τρόμος ότι είναι οίκος Θεού και χωρίς φωτιά βράζει το τσουκάλι, αφίνουν ό,τι είχαν αρπάξει και φεύγουν τρεχάλα κι έτσι ο χριστιανικός κόσμος εσώθη από μεγάλη καταστροφή.
Οι κάτοικοι της Πόλεως. Πεντακόσιες (500) οικογένειες είναι Έλληνες ορθόδοξοι. Δώδεκα χιλιάδες (12.000) Αρμένιοι, δέκα οκτώ (18.000) χιλιάδες Τούρκοι μουσουλμάνοι. Εκατό οικογένειες Εβραίοι και τριάντα (30) οικογένειες ήσαν Γάλλοι. Οι Έλληνες στην πόλι μέσα, είχαν μόνο μια εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Οι Αρμένιοι είχαν δώδεκα εκκλησίες. Εις την εκκλησία δεξιά και αριστερά έψαλλαν μόνο Ελληνικά, τον Απόστολο διάβαζαν Τουρκικά και Ελληνικά. Είχαν δύο ιερείς, τον Λάζαρο και τον Χαράλαμπο.
Τον παπα-Λάζαρο τον κρέμασαν οι Τούρκοι με την αιτία ότι είχε ανακατωθή, με Έλληνες αντάρτες. Και τον υιόν του παπα-Λάζαρου, Γαβριήλ, τον κρέμασαν εμπρός στα μάτια του πατρός του και κατόπιν κρέμασαν τον παπα-Λάζαρο. Όλοι οι Έλληνες στην Τοκάτ μέσα ομιλούσαν Τουρκιστί, τουναντίον στα πέριξ χωριά οι Έλληνες ομιλούσαν Ελληνικά […]
















