Αρχές 1878. Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος (μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του ορθόδοξου συνασπισμού υπό την ηγεσία της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και με τη συμμετοχή της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου) έχει ξεσπάσει από τις 24 Απριλίου του 1877, και στην Ίμερα (ή Ιμέρα) οι κάτοικοι, έντρομοι, περιμένουν τα στίφη των τσετέδων να διασχίσουν τα χωριά. Επικεφαλής τους είναι ο Σοϊλεμέζ Μεχμέτ πασάς, και η φήμη που τον ακολουθεί (όπως και των ατάκτων του, άλλωστε) είναι φοβερή και τρομερή!
Τα όσα εκτυλίχθηκαν, όμως, άφησαν άφωνους τους χωρικούς και τους προκρίτους.
Την αναπάντεχη ιστορία κατέγραψε το 1950 ο Γεώργιος Θ. Κανδηλάπτης (Κάνις), στο 5ο τεύχος της Ποντιακής Εστίας:*

Ευρισκόμεθα εις τας αρχάς του 1878. Η Τουρκία εκήρυξε τον πόλεμον κατά της Ρωσσίας ή η Ρωσσία κατά της Τουρκίας, τούτο δεν μας ενδιαφέρει. Μας ενδιαφέρει όμως ότι ο εξ Όφεως επ’ ανδραγαθία φθάσας μέχρι του βαθμού αντιστρατήγου (Φερίκ) Σοϊλεμέζ Μεχμέτ πασάς, διετάχθη ίνα επί κεφαλής 3 χιλιάδων ατάκτων στρατιωτών (τσετέδων) ως προσκόπων φθάση εις τα ρωσσοτουρκικά σύνορα και επισκοπεύση τας εκεί δυνάμεις του εχθρού και διευκολύνη τας ενεργείας του επομένου τουρκικού στρατού.
Ελέγετο δε Σοϊλεμέζ, διότι ήτο εις τους λόγους του φειδωλός, όσον ταχύς ήτο εις τας ενεργείας του και πάντοτε επιτυχίας εσημείωνε και ως εκ τούτου η προαγωγή του.
Την εποχήν εκείνην ο δημόσιος δρόμος, ο από Τραπεζούντος εις Ερζερούμ δεν είχε κατασκευασθή εισέτι και ο βασιλικός δρόμος (τσατέ-γιολί) έφερεν από Τσεβιζλίκ, Κρώμνης, Ιμέρας, Λερίου, Βαϊβούρτης εις Ερζερούμ.
Τρόμος κατέλαβε τα Ελληνικά χωρία διά την δι’ αυτών διέλευσιν των ατάκτων εκείνων στιφών, άπερ πίπτοντα ως οι κόρακες επί των πτωμάτων εις τα χωρία ηννόουν ν’ αρπάζουν, να λεηλατούν, καταστρέφουν και πάντα τα εκτός νόμου να εκτελούν, διότι δεν υπήρχεν ο επιβλέπων. Οι πρόκριτοι της Ιμέρας συμβούλια επί συμβουλίων εποίησαν πώς να προλάβωσι τα κακά και εις ουδέν αποτέλεσμα κατέληγον. Επί τέλους έφθασαν τα άτακτα στίφη και αι νέαι του χωρίου εις ασφαλή μέρη εξησφαλίσθησαν, ως και παν πολύτιμον και τα πρόβατα και αι αγελάδες συνηγελάσθησαν εις πυκνά και απρόσιτα δάση και ακοινώνητα μέρη.

Προς θαυμασμόν όμως των κατοίκων ο στρατός, αντί να επιδοθή εις διαρπαγάς και λεηλασίας, διήλθε διά του χωρίου και συνεκεντρώθη έξωθεν αυτού, όπου εν πάση ησυχία και νομοταγία επεδόθη εις τον καταυλισμόν και εάν τυχόν οι επιτελείς αυτού εισήλθον εις το χωρίον και ηγόρασαν τρόφιμα εκ των παντοπωλείων εφέροντο ευγενώς και επλήρωνον μέχρι δεκάρας το αντίτιμον των οψωνίων. Τούτο επροξένησε μεγίστην αίσθησιν εις τους χωρικούς και οι πρόκριτοι αυτών επί κεφαλής έχοντες τον αρχ. επίτροπον Παπά Τιμόθεον Ευθυβούλην και τον μικτάρην εξήλθον εις την προϋπάντησιν του τελευταίως καταφθάσαντος αρχηγού Μεχμέτ πασά, προς υποβολήν ευχαριστιών.
Εθαύμασαν δε ότι ο πρώην, ως ήκουον, αυστηρός και τρομερός ούτος πασάς εδέχθη αυτούς με πάσαν ευγένειαν και προσήνειαν και καφέ και τσιπούκι εις αυτούς προσέφερε και τα της ευτυχίας των διηρώτησεν. Ευηρεστήθη δε μάλιστα να καταλύση εις την οικίαν του Αρχ. Επιτρόπου. Πάντες εθαύμασαν την συμπεριφοράν αυτού, διότι ήκουον ότι εις άλλα και μαλιστα τουρκικά χωρία όργια εγίνοντο κατά την διέλευσίν του και περιέμενον την αναχώρησίν του, φοβούμενοι μήπως έκρυπτεν ύπουλόν τινα σκοπόν.
Μόλις επήλθεν η νυξ και πάντες ησύχασαν, δύο ιερωμένοι ράσα και καλυμαύχια φέροντες διηυθύνθησαν εις τον ναόν του χωρίου. Ήτο ο πρωθιερεύς Τιμόθεος και ο Μεχμέτ πασάς.
Μόλις εισήλθον εις τον ναόν και εκλείσθη η θύρα ενηγκαλίσθησαν αλλήλους και τον εν Χριστώ ασπασμόν έδωκαν. Τότε ο πασάς είπεν: «Πάτερ είμαι και εγώ λειτουργός του Υψίστου εκ του Όφεως, εκ των ατυχών ομογενών, οίτινες από της αλώσεως έχομεν το προσωπείον του Δ ι π ί σ τ ο υ. Επειδή απέρχομαι εις τον πόλεμον, ανάγκη ίνα μεταλάβω των αχράντων μυστηρίων, διότι εν τω πολέμω ο θάνατος είναι ακόλουθος του στρατιώτου…»
Και εισελθών εις το Αγιον Βήμα και τας συνήθης ευχάς απαγγείλας, μετέλαβε των αχράντων μυστηρίων, ενώ δάκρυα χαράς έβρεχον τους οφθαλμούς των. Είτα δε αφίσας επί του παγκαρίου δεκάδα μαχμουτιέδων προς αγοράν των αναγκαίων του ναού, απήλθε την πρωίαν τιμώμενος και προπεμπόμενος υπό των Ιμεραίων, εγγραφείς και εις το βιβλίον της παρουσίας ως «ταπεινός ιερεύς Ελευθέριος».
Κάνις
















