Παθιασμένος με τον τόπο όπου γεννήθηκε, τη Λαραχανή της Ματσούκας στον Πόντο, ο Ελεύθεριος Ελευθεριάδης δεν έχανε ευκαιρία να τον ερευνά όχι μόνο όσο ζούσε εκεί αλλά και αργότερα όταν επέστρεψε σ’ αυτόν, για πρώτη φορά μετά την Ανταλλαγή.
Ο Λευτέρ Αγάς κατάφερε να πάει τρεις φορές πίσω στην πατρίδα. Η τελευταία ήταν τον Αύγουστο του 1988. Επιθυμία του ήταν να βρίσκεται στα ιερά χώματα του Πόντου ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου. Και τα κατάφερε. Όμως μια μέρα μετά, η καρδιά του τον πρόδωσε.
Κατά τη διάρκεια της ζωής του στην Ελλάδα έγραψε, μεταξύ άλλων, θεατρικά έργα, βιβλία για τη γενέτειρά του και άρθρα για τον Πόντο. Ένα από αυτά με τίτλο «Ο Γουρζουλάς» είχε δημοσιευτεί το 1975 στην Ποντιακή Εστία που αποτυπώνει με γλαφυρό τρόπο το πώς οι συμπατριώτες του αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο από πανούκλα.
≈
Στου Χουλιαρά, όπως λέγεται μια περιοχή της Λαραχανής, πέρα από το ποτάμι, που περιλαμβάνει δασική έκταση, καλλιεργήσιμη γη και βοσκότοπους, βρίσκεται η «Σπέλια». Είναι ένα σπήλαιο, με μεγάλο άνοιγμα και βάθος, δάπεδο με πέτρινα αναπαυτήρια σαν καναπέδες, κλιμακωτά τοποθετημένα, λες με γούστο σκηνοθέτη, σαν προπύλαια παρθενώνα και σαν ανάκτορο μυθικού βασιληά. Τα πλαγινά τοιχώματα του εσωτερικού του σπηλαίου δείχνουν είσοδο σε παρασκήνια.
Ένας σκηνοθέτης θα προτιμούσε τη σπηλιά αυτή, σαν επιβλητική σκηνή αρχαίου δράματος εκ του φυσικού, με μεριάδες θεατές στο χώρο που ανοίγεται πλατύς μπροστά. Είναι μια «ήμερη» σπηλιά, που κανένα φόβο δεν εμπνέει σ’ εκείνον που την αντικρύζει. Αντίθετα, ωστόσο, μ’ αυτήν, του Χουλιαρά, προς τη δεξιά όχθη του ποταμού, κοντά στη συνοικία Σκεντεράντων, μια άλλη σπηλιά, που θυμίζει στόμα κάτω κόσμου, από μακρυά δίνει την τρομακτική όψη κατοικίας φοβερών τεράτων.
Πολλοί θρύλοι έχουν πλεχθή γύρω από τη «σπέλια» τούτη. Η είσοδός της, ισόγεια με μικρό άνοιγμα και το βάθος της θεοσκότεινο, δίχως τέλος.
Κανένας δεν τολμούσε να παραβιάση το εσωτερικό της, γιατί η αγριάδα της, την οποία μεγαλοποίησε η φαντασία του λαού, με το αποτρόπαιο τέρας που παραμονεύει εκεί και ρουφάει το αίμα του απερίσκεπτου που θα περάση την είσοδό της, θυμίζει τον μυθικό Μινώταυρο του Λαβύρινθου της Κρήτης.
Έλεγαν, πως κάποιος τσομπάνης που δεν ήξερε, «εμόνασεν» μια νύχτα το κοπάδι του στη σπηλιά τούτη, και το πρωί δε βρήκε ούτε ένα πρόβατό του.
Άλλος θρύλος αναφέρεται σ’ έναν κόκκορα που μερικοί περίεργοι βάλανε μέσα στο σπήλαιο αυτό και περιμένανε να δουν αν θα επέστρεφε. Ο κόκκορας δεν ξαναγύρισε, αλλά ύστερα από πολλή ώρα τον άκουσαν που λαλούσε πέρα από το ποτάμι, κοντά στο νερόμυλο του Νικόλα του Τσαλούκ, δυο χιλιόμετρα μακριά απο τη σπηλιά.
Ο Χριστόφορος Σκεντερίδης από την συνοικία Σκεντεράντων της Λαραχανής, που μένει σήμερα στο Ροδοχώρι Ναούσης, διηγείται πως όταν ήταν 18 χρονών, μαζί με μερικούς άλλους, δεν άντεξαν στον πειρασμό της περιέργειας κι’ αποτόλμησαν μια μέρα να μπουν στη σπηλιά, κρατώντας αναμμένα δαδιά στα χέρια, και να προχωρήσουν στο εσωτερικό της σε όση απόσταση τους επέτρεπε να διακρίνουν πίσω τους την είσοδό της, καθώς αντιφέγγιζε εκεί το φως της ημέρας και την έκαμνε ορατή.
Δεν πιστέψαμε, λέει, στο ότι μέσα εκεί κρυβόταν τέρας, μα κι αν ήταν αλήθεια, είχαμε ακουστά πως τα τέρατα και τα κακά πνεύματα φοβούνται τη φλόγα και δεν πλησιάζουν. Μα φοβηθήκαμε να προχωρήσωμε περισσότερο, μη περιπλανηθούμε και χαθούμε σαν τα πρόβατα που δεν ξαναφάνηκαν, καθώς λέγανε, και γυρίσαμε.
Όμως –συνεχίζει– πλουτίσαμε τις γνώσεις μας από κάτι που ποτέ δεν είχαμε ακούσει γι’ αυτό: Συναντήσαμε σωρούς από ανθρώπινους σκελετούς. Και τότε πιστέψαμε και στο δράκο. Σίγουρα οι σκελετοί ήσαν από τα θύματά του. Τρομαγμένοι, λοιπόν το βάλαμε στα πόδια.
Επιστρέφοντας στο χωριό τα διηγηθήκαμε όλα στους μεγάλους, κι οι γεροντότεροι από αυτούς μας έδωσαν αμέσως την εξήγηση για τους σκελετούς:
Όταν πριν πολλά, πολλά χρόνια, όπως είχαν ακουστά στην παιδική τους ηλικία από τους παππούδες τους, έκαμε την εμφάνισή του στον Πόντο ο «Γουρζουλάς», μερικές οικογένειες κατέφυγαν στην ανεξερεύνητη τούτη σπηλιά, ελπίζοντας πως δεν θα μπορούσε ν’ ανακαλύψη εκείνος τον κρυψώνα τους και θα γλύτωναν από τα χέρια του. Τελικά όμως, δεν ξέφυγαν τον θάνατο· έχασαν τη ζωή τους μέσα στη σπηλιά, είτε από κείνον που φοβούνταν μην τους βρη, είτε από πείνα.
Μάθαμε, μάλιστα, από τους γέρους, ότι κι άλλοι πριν από μας, πιο τολμηροί, είχαν προχωρήσει βαθύτερα στο εσωτερικό της σπηλιάς, με τη μέθοδο του «μίτου της Αριάδνης» και βρήκανε και μαγειρικά σκεύη.
Ελ. Ε. Ελευθεριάδης
















